Thursday, March 7, 2019

Anthony Doerr - All the light we cannot see

What do we call visible light? We call it color. But the electromagnetic spectrum runs to zero in one direction and infinity in the other, so really, children,mathematically, all of light is invisible.” P.53

Αυτό ακούει ο  Werner, από ένα παλιό ραδιόφωνο που κατάφερε να επισκευάσει, ουσιαστικά ξανα τοποθετώντας ένα, ένα τα κομμάτια του. Του αρέσει η μηχανική. Και τα μαθηματικά. Αυτός ο Γάλλος που εκπέμπει στα ραδιοκύματα κάθε απόγευμα τον μαθαίνει τα πάντα. Που αλλού θα μπορούσε να μάθει για το φως, μεγαλώνοντας σε μια πόλη που ζει από το σκοτάδι; Ζει σε ένα ορφανοτροφείο με την αδερφή του την Jutta, στο  Zollverein μία πόλη-μεταλλείο της Γερμανίας Το μεταλλείο είναι το μέλλον του. Όλα τα αγόρια του ορφανοτροφείου όταν συμπληρώνουν το 15ο έτος της ηλικίας τους, πιάνουν δουλειά εκεί. Εκεί που σκοτώθηκε ο πατέρας του.Δεν υπάρχει όμως προδιαγεγραμμένο μέλλον στην Γερμανία του 1934.  Όλα πρόκειται να αλλάξουν.

Στην γειτονική Γαλλία μεγαλώνει ένα κορίτσι τυφλό. Η Marie- Ann. Από τα 6 της χρόνια ζει μέσα στο σκοτάδι. Βοηθός και συμπαραστάτης της, ο πατέρας της προσπαθεί να της μάθει την πόλη κατασκευάζοντας ένα πιστό μοντέλο για να το χρησιμοποιεί ως οδηγό. Ο ίδιος κατασκευάζει κλειδαριές για το μουσείο φυσικής ιστορίας του Παρισιού. Και κλειδαριές γρίφους για την κόρη του τις οποίες εκείνη αμέσως ανοίγει χρησιμοποιώντας την αφή όπως μόνο κάποιος που δεν βλέπει μπορεί να κάνει. Στη Marie- Ann αρέσει να διαβάζει. Κάθε Χριστούγεννα ο πατέρας της, της κάνει δώρο ένα βιβλίο. Το διαβάζει όλο το χρόνο, ξανά και ξανά μέχρι που το μαθαίνει απέξω. Αγαπημένος της συγγραφέας ο Ιούλιος Βερν. Η φαντασία του καλύπτει το κενό της όρασης της. Ο κόσμος που περιγράφει θα μπορούσε και να υπάρχει. Έτσι μπορεί να σκεφτεί ένα κορίτσι που δεν βλέπει.

Και στην μέση υπάρχει μια πέτρα, ένα μπλε διαμάντι. Το μεγαλύτερο που έχει ποτέ βρεθεί. The sea of flames. Ο θρύλος λέει ότι όποιος έχει αυτήν τη πέτρα στην κατοχή του είναι άτρωτος. Αθάνατος. Τυχερός ή άτυχος να ζει για πάντα, με κόστος όμως κακουχίες που πέφτουν σε όσους εκείνος αγαπά.
Η πέτρα αυτή βρίσκεται στο μουσείο φυσικής ιστορίας,κλειδωμένη από τον τελευταίο ιδιοκτήτη της- έναν δούκα που έχασε όλη την οικογένεια του ως απόρροια της μαγικής της ιδιότητας- σε μια κρύπτη χτισμένη ειδικά για αυτή. Ο Δούκας δίνοντας την πέτρα στο μουσείο έβαλε όρο μείνει τουλάχιστον για 200 χρόνια εκεί μέσα χωρίς να μπορεί να την δει και να την αγγίξει κανείς.

Ο Anthony Doerr δημιουργεί ένα μαγικό μυθιστόρημα από τα συντρίμμια ενός κόσμου σε αποσύνθεση. Ο πόλεμος έρχεται. Και σκεπάζει τον Werner και την Marie-Ann. Δυο παιδιά –έφηβοι σε διαφορετικά σημεία της Ευρώπης. Και οι δύο μέσα στο δικό τους σκοτάδι παλεύοντας να βγουν έξω. Και ο πόλεμος τους αλλάζει τη ζωή.
Η Marie-Ann αναγκάζεται να αφήσει το σπίτι της στο Παρίσι με την ελπίδα να καταφέρει να επιβιώσει πιο εύκολα σε μια πιο μικρή πόλη το–Saint-Malo με τον θείο της και την οικονόμο του. Ο Werner στρατολογείται και αναλαμβάνει να εντοπίζει ραδιοπομπούς που χρησιμοποιούνται από την γαλλική αντίσταση για να μεταδίδουν κωδικοποιημένα τις γερμανικές θέσεις.

Όλα αυτά δένονται αριστοτεχνικά από τον συγγραφέα, ο οποίος μυθιστοριογραφεί,κάνοντας τον αναγνώστη να «αναπνέει» τον πόλεμο. Μυρίζει πόλεμος σε κάθε λέξη που διαβάζουμε. Μυρίζουν άνθρωποι μέσα στο πόλεμο που προσπαθούν να κινηθούν σαν ποντίκια μέσα σε λαβύρινθο. Αυτό που αισθάνεται ο αναγνώστης είναι ότι οι άνθρωποι θα θρυμματιστούν κάτω από αυτή τη δύναμη που τους μεταμορφώνει από άνθρωπο σε φόβο. Και από φόβο σε μίσος. Μέσα από την μυθοπλασία ο Doerr καταφέρνει να μας δείξει τον άνθρωπο σαν αυτόνομη οντότητα, πέρα από τις συνθήκες που τον περιβάλουν και πέρα από τις πράξεις του. Ο Werner προδίδει τον καλύτερο του φίλο.Αλλά τον αγαπάει πολύ. Ο Werner είναι μάρτυρας στον φόνο αθώων, αλλά είναι αθώος και ο ίδιος.Ο εφιάλτης του μέλλοντος του στα μεταλλεία έχει μετατραπεί σε έναν πολύ χειρότερο. Το ερώτημα της Jutta έχει σφηνωθεί στο κεφάλι του παιδιού: « Is it right to do something only because everyone else is doing it? (p 246)- είναι σωστό να κάνεις κάτι μόνο και μόνο επειδή το κάνουν όλοι γύρω σου;

Φυσικά ο Werner και η Marie–Ann θα συναντηθούν. Έτσι γίνεται πάντα στα παραμύθια. Και αυτό το βιβλίο είναι ένα παραμύθι για το καλό και το κακό, για το φως και το σκοτάδι και για τη μαγεία που μας σώζει και μας καταστρέφει συγχρόνως. Η μαγεία της πέτρας είναι η ζωή.Είναι ο νόμος της φυσικής. Η ενέργεια ενός συστήματος που μικραίνει, μεταφέρεται σε ένα άλλο σύστημα. Η πέτρα προστατεύει το ένα σύστημα μόνο, εις βάρος του άλλου. Γιατί στη φύση όλα είναι αλληλένδετα. Όλα συμπληρώνουν το σύνολο. Η ενέργεια δεν μπορεί να χαθεί. Γι’αυτό και όταν τα τέρατα πεθαίνουν πάντα κάτι θα γεννηθεί στη θέση τους.

Paul Auster - Η επινόηση της μοναξιάς

Συμβαίνει μερικές φορές να αγοράζω ένα βιβλίο καταλαβαίνοντας από πριν ότι θα μου αρέσει πολύ. Το βάζω στην βιβλιοθήκη να περιμένει την σειρά του. Περνάει λίγος καιρός και εγώ συνεχίζω να το αφήνω κλειστό στο ράφι,  στην στοίβα των αδιάβαστων,  φοβούμενη μην βιαστώ, αναζητώντας την κατάλληλη στιγμή που, σίγουρη πια ότι είμαι έτοιμη να το απολαύσω στο  μέγιστο, θα το ξεκινήσω. Πρέπει να είμαι πολύ προσεκτική στην επιλογή του χρόνου γιατί πολλές φορές όταν το μυαλό μου είναι αλλού, κλειστό και με απίστευτη άρνηση συγκέντρωσης το βιβλίο μπορεί απλώς να περάσει από πάνω μου χωρίς να με αγγίξει.
Σήμερα ξεκίνησα ένα τέτοιο βιβλίο, την Επινόηση της Μοναξιάς του Πολ Όστερ (1982), και ένοιωσα αυτή τη ταραχή που νιώθεις όταν κάποιος σου εκμυστηρεύεται κάτι καινούριο, ένα μυστικό προορισμένο μόνο για εσένα   που όμως εσύ ήδη γνώριζες χρόνια τώρα.

Kazuo Ishiguro - The Unconsoled


Έπεσε στα χέρια μου πρόσφατα το βιβλίο του Kazuo Ishiguro, The Unconsoled. Ο συγγραφέας γνωστός και από τα βιβλία του αλλά και από τις μεταφορές δύο από αυτών στον κινηματογράφο(Remains of the Day και Never let me go).Βιβλία αγαπημένα μου και τα δύο. Επομένως ξεκίνησα να το διαβάζω έχοντας ήδη σχεδόν σχηματισμένη γνώμη για το αν θα μου αρέσει ή όχι. Το κάνω αυτό. Και στα βιβλία και στους ανθρώπους καλώς ή κακώς.

Το βιβλίο όχι απλώς επιβεβαίωσε τις προσδοκίες μου αλλά και τις ξεπέρασε. Η υπόθεση απλή. Ο Ryder,φτασμένος πιανίστας φτάνει καθυστερημένος σε μια πόλη στην οποία πρόκειται να δώσει ένα κονσέρτο. Το ότι έχει καθυστερήσει το μαθαίνει λίγο μετά την άφιξη του στο ξενοδοχείο από μία υπάλληλο η οποία φαίνεται να έχει αναλάβει το χρονοδιάγραμμα και την οργάνωση γενικά των υποχρεώσεων του. Ο ίδιος δεν γνωρίζει τίποτα. Η σιγουριά όμως των γύρω του τον αποτρέπει από το να εκφράσει αυτή την άγνοια του. Όλοι μιλάνε για το γεγονός της Πέμπτης που προφανώς είναι η μέρα της συναυλίας. Ο Ryder χωρίς να έχει ξεκάθαρο τίποτα στο μυαλό του αποφασίζει να ακολουθήσει την ροή των πραγμάτων ελπίζοντας ότι αργότερα θα ξεκαθαρίσει το τοπίο. Δεν έχει και πολλές επιλογές αφού από ότι φαίνεται χάνει όλες τις ευκαιρίες να ενημερώσει τους υπεύθυνους για την άγνοια του προγράμματος την οποία αποδίδει σε κάποια κακή συνεννόηση. Έτσι από την αρχή ο αναγνώστης αισθάνεται μια ανασφάλεια νοιώθοντας χαμένος μαζί με τον Ryder σε ένα κουβάρι γεγονότων και καταστάσεων που ξετυλίγονται γύρω από αυτόν, αυτόνομα και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσωπική βούληση του.

Σχεδόν αμέσως καταλαβαίνουμε ότι ο χρόνος διαστέλλεται και συστέλλεται έτσι ώστε να βοηθάει την αφήγηση και την ροή των γεγονότων. Δεν υπάρχει «πραγματικός» χρόνος. Η άνοδος με το ασανσέρ στο δωμάτιο του ξενοδοχείου διαρκεί αρκετές σελίδες, τόσες ώστε να επιτρέψει έναν αρκετά μακροσκελή διάλογο ανάμεσα στον Ryder και στον Gustav, υπάλληλο του ξενοδοχείου(porter). Ο χώρος και η αντίληψη διαστρεβλώνονται αντίστοιχα. Μέσα στο ασανσέρ ανακαλύπτει μετά από αρκετή ώρα ότι υπάρχει και μία γυναίκα – πόσο μεγάλο μπορεί να είναι ένα ασανσέρ!- την οποία δεν είχε δει από την αρχή. Χώρος και χρόνος στροβιλίζονται δίνοντας μας την εντύπωση ότι όλα αυτά διαδραματίζονται μέσα σε ένα όνειρο. Ο Ryder στην διάρκεια του βιβλίου «κυλάει» από το ένα μέρος στο άλλο, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις υποχρεώσεις του και τα χρονικά διαστήματα που απαιτούν αυτές,υποχρεώσεις σημαντικές όπως η φύλαξη του γιου του, ή ακόμα και το ίδιο το κονσέρτο που έχει να δώσει. Ο αναγνώστης τον ακολουθεί να διανύει διαδρομές που δεν γνωρίζει, φτάνοντας στον προορισμό του πάντα μετά από κάποια τυχερή συγκυρία. Ο συγγραφέας μας ξεγελάει με τις αποστάσεις. Διαδρομές που διαρκούν πολλές ώρες διανύονται μέσα σε λίγα λεπτά στον γυρισμό ή ακόμα λιγότερο ρεαλιστικά αποστάσεις ανατρέπονται με την εμφάνιση μιας πόρτας η οποία μέσα σε λίγα λεπτά μας οδηγεί πίσω στο σημείο εκκίνησης (μια πόρτα που μου θυμίζει την Αλίκη – μαγικές πόρτες εμφανίζονται μπροστά του που καταργούν τον χρόνο και την συνέχεια του χώρου). Γεγονότα τα οποία διαρκούν μεγάλο μέρος της ημέρας για τονRyder αφήνουν ανέπαφο τον χρόνο γι αυτούς που τον περιμένουν. Ο Ishiguro μας δίνει συνέχεια την αίσθηση του παράλληλου γεγονότος. Το κυνήγι του χρόνου γίνεται συνέχεια αισθητό αλλά και αυτόματα ακυρώνεται. Ο Ryder είναι πάντα κάπου, αλλά και συγχρόνως πρέπει να είναι κάπου αλλού. Όλο αυτό υποδηλώνει στον αναγνώστη ένα υπαρξιακό άγχος. Χάνεται σε καφκικά μονοπάτια. Το κουβάρι δεν μπορεί να σταματήσει να ξετυλίγεται και ο Ryder γυρνάει γύρω γύρω προσπαθώντας να το ελέγξει χωρίς αποτέλεσμα.

Μερικές φορές ο αναγνώστης αναρωτιέται αν αυτός ο Ryder υπάρχει ή είναι ένας άδειος μαυροπίνακας που γεμίζει όσο εξελίσσεται η ιστορία. Συναντάει ανθρώπους που στην αρχή δεν αναγνωρίζει, μόνο και μόνο για να καταλάβει μετά από λίγο ότι είναι παλιοί γνωστοί του ή ακόμα και  σύντροφοι ή συγγενείς του. Από την "μηδέν" αναγνώριση δημιουργείται ένας κόσμος.Συνειδητοποιούμε ότι αυτή δεν είναι μια άγνωστη πόλη για αυτόν αλλά η πόλη στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε. Στην αρχή όλοι φαίνονται ξένοι. Αλλά όλοι έχουν παίξει ένα ρόλο στο σενάριο της ζωής του.
Οι μνήμες του Ryder σε αντίθεση με τις μνήμες του Μαρσέλ στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Proust δεν είναι το αποτύπωμα που έχει αφήσει το παρελθόν στο μυαλό. Είναι το ίδιο το παρελθόν. Έχουν υπόσταση και συμμετέχουν στο παρόν. Το δωμάτιο του ξενοδοχείου που θα εγκατασταθεί αρχικά ο Ryder είναι το παιδικό του δωμάτιο. Δεν υπάρχει ως μνήμη, δεν ανασύρεται από το βάθος του μυαλού του λόγω μιας μυρωδιάς, ενός madeleine tea, μιας γεύσης. Υπάρχει. Το αγγίζουμε. Έχει έρθει από το παρελθόν και έχει θέση στο παρόν. Ο Ryder ταξιδεύει στο χρόνο αλλά είναι ακόμα εδώ. Το ίδιο συμβαίνει και με το αυτοκίνητο που συναντάει έξω από Karwinsky Gallery.Είναι το αυτοκίνητο των γονιών του από την παιδική του ηλικία. Μπαίνει μέσα. Το πιάνει. Και τελικά εκεί μέσα τον παίρνει ο ύπνος. Έτσι συναντιέται η πραγματικότητα με το παρελθόν. Ο ύπνος μπορεί να δικαιολογήσει αυτή την ανυπαρξία χρόνου. Και όταν ξυπνάει μένει πάλι χρόνος για όλα όσα πρέπει να γίνουν.

Βασικό στοιχείο του βιβλίου η οικογένεια. Η δικιά του και οι άλλες. Οι δυνάμεις που αναπτύσσονται μέσα της είναι  πραγματικές. Σε αντίθεση με τις δυνάμεις που συνδέουν όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα και γεγονότα μεταξύ τους. Σχέσεις βαριές που δεν μπορούν να τις αντέξουν τα μέλη τους. Σχέσεις που σε κάνουν να λυγίζεις. Ο Stephan ευνουχισμένος σχεδόν προσπαθεί να σταθεί πάνω από την σιωπηλή απόρριψη των γονιών του. Ο Gustav δεν μιλάει με την κόρη του. Η κόρη του δεν μπορεί να βρεθεί στον ίδιο χωρόχρονο με τον Ryner, ο Ryner δεν μπορεί να πλησιάσει τον γιο του. Ο Hoffman φοβάται να δείξει στην γυναίκα του ότι δεν ξέρει να παίζει πιάνο. Η γυναίκα του εγκλωβισμένη στην τέχνη της. Η τέχνη σκοτώνει τους δεσμούς με τον γιο της, τον Stephan.Κύκλος αίματος. Η οικογένεια σαν μια πραγματικότητα πάνω από την ονειρική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Ανίκητη σχεδόν. Και καταστροφική. Η οικογένεια ως το μάτι που παρατηρεί, κριτικάρει, αρνείται. Η οικογένεια ως πηγή δυστυχίας, κινητήρια δύναμη και τροχοπέδη. Αναρωτιέμαι  τελικά μήπως η οικογένεια είναι και το κύριο θέμα  του βιβλίου.

Ο Brodsky,πιανίστας και χρόνια αλκοολικός, ως τραγική φιγούρα ενσωματώνει τις ενοχές της κοινωνίας που τον απαρνείται. Τα τραύμα του, εσωτερικό, εξωτερικό δεν έχει σημασία. Η αγάπη του για την Miss Colins μεγάλη. Πιο μεγάλη από τον εαυτό του. Γι αυτό την χάνει. Όπως χάνει και το πόδι του. Διαμελίζεται. Ο πόνος είναι και σωματικός. Το ακροατήριο δεν μπορεί να δεχτεί την μουσική που βγάζει η ορχήστρα κάτω από την διεύθυνση του. Ο κόσμος δεν μπορεί να δεχτεί έναν Mr Brodsky. Είναι ο τρελός του χωριού. Θα είναι ο τρελός ό,τι και να κάνει. Οι άνθρωποι τον ορίζουν. Τον έχουν ανάγκη. Δεν μπορεί να αλλάξει. Ο Brodsky είναι μέρος του ονείρου του βιβλίου. Ανυψώνεται και πέφτει. Γιατί αυτό πρέπει να κάνει. Σαν τον Χριστό. Για να μπορέσουν οι υπόλοιποι.

Και στο τέλος η συναυλία, το γεγονός που κινεί όλο το βιβλίο δεν πραγματοποιείται. Η αλληλουχία των γεγονότων δεν οδήγησε στον σκοπό.  Είναι και αυτό κάτι το φυσιολογικό. Τίποτα από αυτά που συμβαίνουν σε αυτό το βιβλίο δεν έχει τις επιπτώσεις που θα είχε στην πραγματικότητα. Όπως στα όνειρα. Ο χρόνος δεν καταλήγει στο γεγονός. Ο χρόνος απλώς σταματά. Και ξαναρχίζει από την αρχή.  

Άρης Μαραγκόπουλος - Το χαστουκόδεντρο

Και ήρθε η ώρα λοιπόν να διαβάσω το «Χαστουκόδεντρο», του Άρη Μαραγκόπουλου, βιβλίο που δεν θα διάλεγα αν το μόνο στοιχείο που είχα ήταν ο τίτλος. Γιατί δεν μου αρέσουν τα χαστούκια. Ούτε να τα δίνω, ούτε να τα παίρνω. Ευτυχείς συγκυρίες όμως το έφεραν στον δρόμο μου και με έκαναν να το διαβάσω.

Το «Χαστουκόδεντρο» είναι κάτι παραπάνω από ένα δέντρο φορτωμένο με ετοιμοπαράδοτα χαστούκια ικανά να τιμωρήσουν όσους μας αδίκησαν κατά καιρούς.
Το «Χαστουκόδεντρο» μιλάει για τους « δόλιους εξουσιαστές των ψυχών» μας. Και στον αντίποδα για την ελπίδα, την ιδεολογία, την δύναμη των ιδανικών. Για ανθρώπους που έβαλαν το «μέλλον» πάνω από το «παρόν». Διηγείται μια ιστορία αγάπης για τον άνθρωπο, τις ανάγκες του και τα δικαιώματα του.
Ο Άρης Μαραγκόπουλος προσεγγίζει μια ιστορική περίοδο λογοτεχνικά, ξεγυμνώνει τους ήρωες του προσφέροντας στον αναγνώστη ένα απολαυστικό ψυχογράφημα δύο ανθρώπων που παλεύουν μέσα σε ένα εχθρικό πολιτικό σύστημα καταφέρνοντας να διατηρήσουν την ουσία τους ως άνθρωποι. Μέσα από την διαδρομή της ζωή τους ταξιδεύουμε στις δεκαετίες ’40 με ’70 και ερχόμαστε σε επαφή με την πραγματικότητα αυτών των πονεμένων χρόνων.
Ο Άρης Μαραγκόπουλος, ιδεολόγος και λογοτέχνης, λογοτέχνης και ιδεολόγος δημιουργεί ένα έργο ιστορικό και λογοτεχνικό (με την βοήθεια του επίμετρου η μυθολογία βρίσκει την αναφορά της σε γεγονότα) , χωρίς να πέφτει στην παγίδα της «στρατευμένης λογοτεχνίας».
Παρά το γεγονός ότι ο πολιτικός προσανατολισμός του συγγραφέα γίνεται εμφανής στον αναγνώστη, το βιβλίο αυτό ξεπερνάει την πολιτικοιστορική του διάσταση και στέκεται ως διαμαντάκι λογοτεχνικό, αυτόνομο και αυτόφωτο, δίνοντας μια ώθηση στην κατά την γνώμη μου λίγο «κουρασμένη» ελληνική λογοτεχνία.

Orhan Pamuk - Το μουσείο της αθωότητας

Με εξέπληξε ευχάριστα το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμα συγγραφείς που μπορούν να αφιερώσουν οκτακόσιες σελίδες ενός βιβλίου περιγράφοντας μια ερωτική, ανεκπλήρωτη ιστορία. Διαβάζοντας πρόσφατα το βιβλίο του βραβευμένου με Νόμπελ λογοτεχνίας τούρκου συγγραφέα Ορχάν Παμούκ «Το μουσείο της Αθωότητας» αφέθηκα να παρασυρθώ στην παράλογη και ψυχαναγκαστική σκέψη του Κεμάλ, ευκατάστατου τούρκου νεαρού που αντικρίζοντας την μακρινή του ξαδέρφη Φισούν εισέβαλε σε ένα σύμπαν παράλληλο και διαφορετικό από αυτό που ζουν όλοι οι υπόλοιποι, οι «μη ερωτευμένοι». Ο Παμούκ μπόρεσε να γεμίσει οκτακόσιες σελίδες με την περιγραφή της εμμονής του Κεμάλ για την φτωχή Φισούν χωρίς να χρειαστεί να εμπλουτίσει την πλοκή με καμία απολύτως δράση. Μου θύμισε το «Αναζητώντας τον Χαμένο χρόνο του Προυστ» (τον οποίο αναφέρει κάποια στιγμή μέσα στο βιβλίο του) όπου ο έρωτας του Μαρσέλ για την Ζιλμπέρτ και στην συνέχεια την Αλμπερτίν τον έφτασε στα πρόθυρα της τρέλας. Στην εποχή μας που τα συναισθήματα έχουν δώσει την θέση τους στην λογική, ο έρωτας θεωρείται αδυναμία και το πάθος μπορεί να ελεγχθεί ανεβοκατεβάζοντας τα επίπεδα της σεροτονίνης στον εγκέφαλο, θαυμάζω τους ανθρώπους που μπορούν να διεισδύσουν τόσο βαθιά στα σκοτεινά και παράλογα μονοπάτια του έρωτα και της ζήλειας.

Orhan Pamuk - Το μαύρο βιβλίο

Μετά το «Μουσείο της Αθωότητας» και τις 800 σελίδες τού, κατάφερα να τελειώσω και το «Το Μαύρο βιβλίο» με άλλες 550 σελίδες γεμάτες από τον υπέροχο λόγο του Παμούκ και τις μαγικές εικόνες του.

Το Μαύρο βιβλίο είναι όπως λέει και ο Γκαλίπ ο ήρωας του βιβλίου «οι αναμνήσεις ενός υπνοβάτη». Ένα βιβλίο στο οποίο ο συγγραφέας προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει τον εαυτό του, μέσα από τα δαιδαλώδη στενά μιας μαύρης και υγρής Κωνσταντινούπολης. Μέσα από πρόσωπα-κωδικοποιημένα. Τα πρόσωπα είναι βιβλία, κάθε σπιθαμή του προσώπου αντιστοιχεί σε ένα γράμμα. Το μόνο που μένει είναι να τα διαβάσεις. Ξεκινώντας από το δικό σου πρόσωπο στον καθρέφτη. Και οι σκέψεις σου, είναι όντως δικές σου; Ή μιλούν μέσα σου οι φωνές των άλλων; Ένας τρόπος υπάρχει να είσαι σίγουρος. Φτιάχνε ιστορίες και ξεκίνα να τις γράφεις, μην σταματάς. Αλλιώς η φωνή των άλλων θα μπει πάλι μέσα σου.
Ο Γκαλίπ ψάχνει την Ρουγιά, την όμορφη γυναίκα του που έφυγε αφήνοντας του ένα γράμμα. Ψάχνει στο σκοτάδι να την βρει και βρίσκει μια άλλη ζωή γεμάτη παραμύθια, ιστορίες, σκιές, πασάδες και πρίγκιπες. Χάνεται στα σοκάκια, χάνει τον εαυτό του. Ή μάλλον δεν τον είχε ποτέ. Δεν ξέρουμε ποιο διάστημα είναι πιο αληθινό. Το πριν ή το μετά. Ανακαλύπτει καινούρια ζωή μέσα από τα γραπτά του Τζελάλ, αδερφού της Ρουγιά, επίσης εξαφανισμένου. Ένας κόσμος ολόκληρος τα γραπτά του. Μπερδευόμαστε κάποια στιγμή. Ποιος είναι ο Γκαλίπ και ποιος ο Τζελάλ; Και στο τέλος η σιωπή απαλλαγμένη από φαντάσματα. Η σιωπή και η απουσία. Ο Γκαλίπ είναι ο εαυτός του και γράφει. «Γιατί τίποτα δεν είναι τόσο καταπληκτικό όσο η ζωή. Εκτός από το γράψιμο. Εκτός από το γράψιμο. Ναι, βέβαια, εκτός από το γράψιμο, τη μόνη παρηγοριά.» όπως λέει και ο Παμούκ μέσα από τα χείλη του Γκαλίπ.

Leo Tolstoy - Πόλεμος και Ειρήνη




Πόλεμος και ειρήνη, ο Τολστόι στα καλύτερα του μας δείχνει ότι μεγάλος συγγραφέας είναι αυτός που μπαίνει μέσα στις ψυχές, τις αναλύει, τις κινεί σύμφωνα με τους ανθρώπινους νόμους και μας τις σερβίρει προς βρώση. 


Η Ρωσία κουβαλάει τα παιδιά της στην πλάτη. Τα δίνει τροφή στα λιοντάρια για να επιβιώσει. Τα ταΐζει ιδανικά. Ο Τσάρος το υπέρτατο καλό. Όλοι θυσία για τον Τσάρο. Ρώσοι αριστοκράτες αφήνουν τα μεταξωτά τους μαξιλάρια για να πολεμήσουν. Μέσα σε λίγες μέρες η ζωή στην πόλη φαίνεται μακρινή στους στρατιώτες που αντιμετωπίζουν τον εχθρό. Πριν λίγο καιρό οι γάλλοι αριστοκράτες μιλούσαν γαλλικά στα σαλόνια τους και φορούσαν τα καλύτερα παριζιάνικα υφάσματα. Τώρα προσπαθούν να ξεχάσουν αυτή τη γλώσσα. Είναι η γλώσσα του Ναπολέοντα που προχωράει ολοταχώς προς την Μόσχα. Πόλη σύμβολο που όταν τελικά θα την κατακτήσει, αυτή είναι ήδη πεθαμένη. Η πόλη αυτοκτόνησε πριν πέσει στα χέρια του Βοναπάρτη. Και του στέρησε την χαρά να την πάρει μόνος του. Ο πόλεμος προχωράει, η Γαλλία είναι νικήτρια αλλά αρχίζει να χάνει ακριβώς γιατί έχει πάρει ήδη πολλά. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ο δυνατός κάποια στιγμή δεν μπορεί να αντέξει την δύναμη του.
Και μέσα σε όλα αυτά ο κάθε άνθρωπος μια μονάδα μέσα στο σύνολο. Οι χαρακτήρες του Τολστόι ξεφυτρώνουν με τόση δύναμη που δεν μπορείς να μην επικεντρωθείς στα πάθη τους. Η κάθε μονάδα πιο δυνατή από τον πόλεμο. Σαν να τον αφήνει πίσω καθώς κινείται μέσα στον χρόνο. Και στο φόντο απλώς το σκηνικό μιας μάχης, ο επιθανάτιος ρόγχος και η συνειδητοποίηση ότι η γη γυρίζει.

Wednesday, March 6, 2019

Άρης Μαραγκόπουλος - Πολ και Λόρα-Ζωγραφική εκ του φυσικού





Τι να γράψεις για ένα βιβλίο σαν το Πολ και Λόρα, ζωγραφική εκ του φυσικού του Άρη Μαραγκόπουλου, ιστορικό μυθιστόρημα που καλύπτει την εποχή της εκβιομηχάνισης στην Ευρώπη, αναπνέοντας κάρβουνο, ζωγραφίζοντας όνειρα και παρακολουθώντας την ζωή ενός ζευγαριού που θα μπορούσε να είναι ένα οποιοδήποτε ζευγάρι αλλά τυχαίνει να είναι ένα ζευγάρι με ονοματεπώνυμο. Ζώντας καλύτερα από τον μέσο όρο, η κόρη του Μαρξ είναι η κόρη του Μάρξ. Μεγαλώνει ακούγοντας τον, μαθαίνοντας ότι μπορούν όλοι να ζήσουν και καλύτερα, μαθαίνοντας για τον κομμουνισμό όπως κάποιοι άλλοι μαθαίνουν να πλέκουν. Μαθαίνοντας ότι το γυναικείο της φύλλο δεν την περιορίζει και ότι υπάρχουν γύρω πολλοί άνθρωποι που ζουν σαν τον μπαμπά της. Είναι καταδικασμένη από μικρή να σκέφτεται.


Ο Πολ, το δεύτερο μέλος του ζευγαριού αυτού μεγάλωσε διαφορετικά αλλά και αυτός με ανέσεις, περισσότερες από αυτές της Λόρας. Ο Πολ μεγάλωσε μαθαίνοντας ότι η ιδιοκτησία είναι ιερή, ότι η οικογένεια είναι ιερή, ότι η εργασία είναι ιερή. Ο Πολ αντίθετα από την Λόρα που ακολούθησε τον πατέρα της, έμαθε να σκέφτεται διαφορετικά από την οικογένεια του. Πόσα πράγματα θα μπορούσε να μας πει ο Φρόυντ αν είχε γεννηθεί λίγο νωρίτερα και είχε την τύχη να γνωρίσει τον Πολ, για την αηδία που αισθάνθηκε ο Πολ στο νεκροκρέβατο του πατέρα του, όταν ο τελευταίος μιλάει για το δικαίωμα της ιδιοκτησίας για την χαρά να κάνουμε δικό μας ένα κομμάτι γης, μαζί με τον αέρα του, μέχρι τα έγκατα αυτής! 


Γιατρός που δεν πήρε άδεια άσκησης επαγγέλματος ποτέ, κίνηση αντίδρασης, ανίας, οκνηρίας ή κάτι από όλα, ξεχώρισε αμέσως την κόρη του Μαρξ, όταν την είδε στο σπίτι της. Ένας άντρας που ήθελε σύντροφο στη ζωή και την επανάσταση βρήκε στην Λόρα την ενσάρκωση του γυναικείου ελεύθερου πνεύματος. 


Το βιβλίο όμως δεν αφορά αυτό το ζευγάρι. Αφορά όλα τα ζευγάρια, τους πολίτες, τους εργάτες, τις πόρνες, τους τεχνίτες που πήραν μέρος στην κομούνα του Παρισιού μετά την πολιορκία του Παρισιού από τους Πρώσσους και όλους αυτούς που ζούσαν στο μαύρο Λονδίνο και στο μαύρο Παρίσι, κάτω από άθλιες συνθήκες, γρανάζια των μηχανών, ζώντας σε ένα μεταβατικό στάδιο που τους έφερε στη πόλη, μακριά από τα δέντρα τους, τα μποστάνια τους, τις ρίζες τους, ανθρώπους που δεν γνωρίζανε τον Μανέ που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου γιατί δεν προλάβαιναν να σκεφτούν δουλεύοντας όλη μέρα, μοχθώντας μάλλον και όχι δουλεύοντας όπως θα έλεγε και η Άρεντ ,δεν παράγουν τίποτα άλλο εκτός από τον ιδρώτα τους, πίνοντας μηλόξιδο σε κάτι τρύπες το βράδυ κατάκοποι, αφήνοντας την γυναίκα σπίτι να κλαίει για τα άρρωστα και ημιθανή παιδιά, μη γνωρίζοντας ότι όλα θα μπορούσαν να είναι καλύτερα αν ο Παστέρ είχε βρει πώς να μην πεθαίνουν τα παιδιά τους, αν η θρησκεία τους και το πορτοφόλι τους επέτρεπε την χρήση της «αγγλικής ρεντικότας» όπως πολύ περιγραφικά αποκαλούσαν στην Αγγλία τα προφυλακτικά, για να μην κάνεις τόσα μα τόσα παιδιά πια, πόσο καλύτερα θα ήταν αν μπορούσες να κάνεις έρωτα χωρίς να γεννάς παιδιά προορισμένα να πεθάνουν. Και όλη αυτή η κατάσταση, η δύναμη μιας τέτοιας κοινωνίας έδινε δύναμη στον Μαρξ να σχεδιάζει την λύση του προβλήματος. Το εγελιανό ποτάμι, η θέση, η αντίθεση, η σύνθεση έκανε δυνατή την ύπαρξη του Μαρξ. Τα τρία πεθαμένα του εγγόνια ήταν και αυτά η θέση που έκανε δυνατή την επιβίωση της θεωρίας του. 


Η κομούνα ένωσε όλους τους εξαθλιωμένους του Παρισιού και όχι μόνο. Ένωσε όλους αυτούς που μπορούσαν να έχουν κάποιο όραμα. Έχοντας στο κοντινό παρελθόν τα παράδειγμα των εξεγέρσεων 1848, -που ενώ δεν κατέληξαν σε ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα, έδειξαν όμως ότι μια εξέγερση είναι δυνατή – η «πλέμπα» του Παρισιού αποφάσισε να ορίσει τον εαυτό της ως κάτι άλλο, ως ανεξάρτητο πολίτη, να πάρει την εξουσία της ζωής της στα χέρια της. Νομίζω ότι η έλξη που μας ασκεί η κομούνα του 1871 οφείλεται και στο ότι παρ όλη τη σύντομη διάρκεια της έκανε τους συμμετέχοντες να αισθανθούν «ελεύθεροι», μη καθοδηγούμενοι για πρώτη φορά. Η μικρή της διάρκεια δεν επέτρεψε την παρακμή της, ο περιορισμός των συμμετεχόντων επέτρεψε την συνεννόηση αποτρέποντας οποιεσδήποτε προσπάθειες εξωτερικής χειραγώγησης και οικειοποίησης της. 


Ο Μαραγκόπουλος μας οδηγεί παίρνοντας μας από το χέρι, μέσα στο εξεγερμένο Παρίσι, μας οδηγεί μέσα στις φτωχικές σοφίτες του Παρισιού, στα καπηλειά, στα βρώμικα πρόσωπα, στις «νεκρές ψυχές», βάζει μέσα μας τον πόνο της μητέρας που χάνει το παιδί της, του ανήμπορου πατέρα, αισθανόμαστε την οργή, την ελπίδα την απογοήτευση. Καταφέρνει να δούμε τον Πολ και την Λόρα του τότε, σκεπτόμενοι όμως και τον Πολ και Λόρα του σήμερα. Σκιαγραφεί το χτίσιμο της ιδεολογίας, ενσταλάζει μέσα μας μέσω του Πολ την αμφιβολία για την αξία της εργασίας. Όλα, όλα περνάνε από το μυαλό μας διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Δυνατό μυθιστόρημα από μόνο του που γίνεται όμως “αξιοφύλαχτο” έργο τέχνης μέσα από την συνύφανση ιστορίας και μυθοπλασίας. Πόσο θέλει ο αναγνώστης να γνωρίσει ακόμα λίγο, αυτό το καταπληκτικό ζευγάρι που ζώντας την ζωή του με τόσο προσωπικό πόνο, δεν χάνει ποτέ το όραμα και καταλήγει να γίνει άρχοντας και κυρίαρχος της μοίρας του έστω στον θάνατο του, αφού δεν κατάφερε να αλλάξει την μοίρα του κόσμου και των παιδιών του! Και αυτό λίγο πριν την Οκτωβριανή επανάσταση που δεν θα δει ποτέ. Η Λόρα αφήνει αυτόν τον κόσμο με την θεωρία του πατέρα της άσπιλη ακόμα, μη εφαρμοσμένη, μη μαγαρισμένη. Αφήνει σε άλλους την ευθύνη της υπεράσπισης της ή μη. Η Λόρα και ο Πολ είναι ειλικρινείς. Πεθαίνουν όταν νιώθουν ότι δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα πια σε αυτόν τον κόσμο, καθώς επίσης και ότι ο κόσμος δεν μπορεί να τους προσφέρει ή να τους κλέψει τίποτα πια. Πράξη γενναιότητας ή δειλίας; Αφήνουν τον κόσμο όταν δεν μπορούν να ορίσουν τίποτα πια, αδυνατώντας να αφεθούν στην φθορά, μη πιστεύονταν στην ιερότητα της ζωής, πιστεύοντας μόνο στην ιερότητα των ιδεών. Ο καθένας θα δει στην πράξη αυτή, ακριβώς αυτό που θέλει να δει…

Κωνσταντίνος Τριανταφυλάκης -Μια άλλη ευκαιρία


«Πρώτα μου έκανε εντύπωση ο άστεγος. Όχι ότι άστεγοι υπάρχουν λίγοι, αλλά ο συγκεκριμένος δεν φαινόταν να ήταν ένας «συνηθισμένος» άστεγος. Τουλάχιστον όχι ένας άστεγος όπως τον έχουμε οι περισσότεροι στο μυαλό μας. Γιατί, για να πούμε την αλήθεια, δεν υπάρχουν «συνηθισμένοι» άστεγοι. Κάποιοι απλώς έχουν «συνηθίσει» να είναι άστεγοι. Αυτό ακριβώς. Αυτός ο άστεγος που βρήκα στο βιβλίο του Κωνσταντίνου Τριανταφυλλάκη «Μία άλλη ευκαιρία», δεν είχε συνηθίσει ακόμα να είναι άστεγος. Μάλλον αυτό ήθελα να πω από την αρχή.
Και έτσι το ξεκίνημα του βιβλίου με έκανε να θέλω να διαβάσω παρακάτω και να δω τι στο καλό είχε συμβεί σε αυτόν τον άμοιρο άνθρωπο που έκανε παρέα με τα σκυλιά, λες και ήταν καρδιακοί του φίλοι. Γιατί δεν είχε κάπου να μείνει όταν ήταν ολοφάνερο από τους τρόπους του ότι σώμα του κάποτε ξάπλωνε σε μαλακά στρώματα; Τι καλύτερος τρόπος λοιπόν να ξεκινάει μία ιστορία από έναν άστεγο που διαβάζει Τζόις με έναν σκύλο δίπλα του που μιλάει;
Το βιβλίο «Μία άλλη ευκαιρία» είναι η ιστορία μια αδικίας, σαν αυτές τις παλιές που διαβάζουμε σε κάτι τραγωδίες όπου ο ήρωας, όπως και ο Οδυσσέας βολοδέρνει και προσπαθεί να ξετυλίξει το κουβάρι των βασάνων που έχουν πέσει πάνω του από τους θεούς και από την μοίρα. Έτσι κι εδώ ο Παυλίδης (ο άστεγος) κατατροπώνεται από μια αδικία τόσο μεγάλη που την αφήνει να τον καταπιεί. Δεν την παλεύει, δεν εναντιώνεται σε αυτήν γιατί μάλλον μέσα του τον τρώνε οι ενοχές. Τις περισσότερες φορές δεν έχει σημασία αν όντως φταίξαμε, αν αυτό που έχει συμβεί θα μπορούσαμε να το αποτρέψουμε, αν αυτό που έγινε ήταν καθαρά δική μας συνειδητή μοχθηρή πράξη, το μόνο που έχει σημασία είναι το αν εμείς πιστεύουμε ότι φταίμε. Ο ήρωας που υποφέρει είναι αυτός που δεν μπορεί να αποδεχτεί την μη-ενοχή του. Γιατί για να έρθει η κάθαρση πρέπει να την ζητήσουμε πρώτα εμείς.
Η ιστορία του ιατρού Παυλίδη είναι μια ιστορία τέτοια. Ενοχής και κάθαρσης. Ιστορία δικαίωσης. Που για να έρθει πρέπει πρώτα ο Παυλίδης να συρθεί κάτω, στο πεζοδρόμιο, να απαρνηθεί κάθε δικαίωμα σε οποιαδήποτε απόλαυση, να γίνει ίσος με το υποτιθέμενο θύμα του. Οι εχθροί οι εξωτερικοί θα εξοντωθούν μόνο όταν εκείνος είναι έτοιμος να συγχωρέσει τον εαυτό του. Γιατί εχθροί πάντα υπάρχουν, αλλά η αδυναμία μας τους δίνει την δύναμη να μας νικούν. Γύρω από την ιστορία του Παυλίδη, ο Τρανταφυλλάκης πλέκει ιστορίες αλληλένδετες, ιστορίες ανθρώπινες που βοηθούν την εξέλιξη της πλοκής, εισάγει χαρακτήρες ξεκάθαρους με τα δικά τους ηθικά διλήμματα, που βασανίζονται και αυτοί με την σειρά τους, άλλοι λιγότερο και άλλοι –οι πιο αδύναμοι- περισσότερο καθώς υποκύπτουν σε εύκολες λύσεις και πειρασμούς θυσιάζοντας την ακεραιότητα τους, μόνο και μόνο για να το μετανιώσουν αργότερα πικρά αφού σε αυτό το βιβλίο όπως είπαμε οι πορείες των ηρώων μας θυμίζουν ήρωες αρχαίας τραγωδίας και οι θεοί δεν αστειεύονται με αυτά τα πράγματα.
Η γραφή του Τριανταφυλλάκη γάργαρη,- αυτή η λέξη μου έρχεται για να την περιγράψω- ρέει, ειδικά όταν είναι να περιγράψει εικόνες όπως το κτήμα της γυναίκας του Έκτορα , τον ουρανό, τα λουλούδια, την θάλασσα, αυτή την ομορφιά που υπάρχει γύρω μας όταν φεύγουμε από την γκρίζα πόλη, αυτήν την ομορφιά που είναι τόσο εμφανές ότι θαυμάζει ο ίδιος ο Τριανταφυλλάκης κάθε μέρα, με όλη του την ψυχή, γιατί κανείς δεν μπορεί να γράψει έτσι για κάτι όταν αυτό το κάτι δεν έχει γίνει κομμάτι του.
Ο Έκτορας, κατεστραμμένος από την κρίση, με χρυσή καρδιά αλλά με ένα μεγάλο κενό ακριβώς στo μέσο του στέρνου, ακριβώς εκεί στο πολύτιμο μέταλλο – αγαπά αλλά δεν μπορεί. Η Ελένη παραπατά, ο Γιώργος είναι ιδεολόγος, ρομαντικός και απένταρος. Η Πέρσα σε προσωρινή πλάνη –έτσι θα έλεγα- έχασε τον προσανατολισμό της για το τι είναι σημαντικό στην ζωή- κινείται και αυτή ψάχνοντας και η μοίρα την βοηθάει. Οικογενειακές σχέσεις που πάσχουν γιατί βασίστηκαν για λίγο σε λάθος βάσεις. Η κρίση όμως μέσα στα κακά που φέρνει, έχει και το καλό ότι ξεσκεπάζει οτιδήποτε σαθρό –το ρίχνει και το γκρεμίζει- δίνοντας του την ευκαιρία (μια άλλη ευκαιρία) να ξαναστηθεί καλύτερα. Το χρήμα σκεπάζει τα κίνητρα, τις σχέσεις, ομορφαίνει επιφανειακά, ξεγελώντας και οδηγώντας τον ανυποψίαστο σε λάθος δρόμους και λάθος αποφάσεις. Η ευκολία σκεπάζει την αλήθεια μέχρι να είναι πια αργά ή κάποιες φορές σχεδόν αργά. Τίποτα δεν είναι εύκολο σε αυτή τη ζωή, η ευκαιρία είναι για αυτούς που βλέπουν και την αρπάζουν, για αυτούς που μέσα τους ξέρουν τι είναι πραγματικά αυτό που πρέπει να κάνουν. Και όλο αυτό το κουβάρι σχέσεων, ιστοριών, μπερδεμάτων και αγωνίας εκτυλίσσεται κατά μεγάλη μου ευχαρίστηση σε γνωστές γειτονιές της Αθήνας τις οποίες ο Τριανταφυλλάκης μας κάνει να τις θυμηθούμε. Το Παγκράτι, η περιοχή του Χίλτον, το Κολωνάκι και τα Εξάρχεια, περιοχές δικές μου πολύ οικίες, γι αυτό και στέκομαι σε αυτές, γιατί όταν το διάβαζα τις περπατούσα μαζί με τους χαρακτήρες και ένοιωθα το βιβλίο ακόμα πιο αληθινό καθώς όλα αυτά που συμβαίνουν μέσα του, δεν έγιναν κάπου μακριά, σε ένα μέρος που δεν μας αγγίζει, αλλά γίνονται κάθε μέρα δίπλα μας, έξω από το σπίτι μας, στο δρόμο για την δουλειά, όταν βγαίνουμε για βόλτα τις Κυριακές, στους γείτονες μας αλλά ακόμα και σε εμάς. Το μόνο που μένει είναι να μπορέσουμε να τις δούμε. Όχι όμως με τα μάτια, γιατί όπως είπε και η αλεπού στον Μικρό Πρίγκιπα (Σαιντ Εξυπερύ) «Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία τα μάτια δεν την βλέπουν.»
Ε, αυτό λοιπόν αισθάνθηκα. Ότι τις ιστορίες του ο Τριανταφυλλάκης τις βλέπει με την καρδιά. Εύχομαι καλή ανάγνωση στον επίδοξο αναγνώστη."

Laszlo Krasznahorkai - Η μελαγχολία της αντίστασης



Κάτι πολύ παραπάνω από ένα «δυστοπικό» βιβλίο, «Η Μελαγχολία της αντίστασης» του Laszlo Krasznahorkai, ξεκινάει με την κυρία Πφλάουμ και το ταξίδι επιστροφής της στην πόλη όπου μένει. Αμέσως καταλαβαίνουμε ότι κάτι δεν πάει καλά, η ατμόσφαιρα είναι λίγο απειλητική, υπάρχουν υπαινιγμοί για τη διαταραχή της ομαλής πορείας των δρομολογίων και η ψυχολογία της κυρίας αυτής δείχνει άνθρωπο που έχει υποστεί κάποια ταλαιπωρία . Κάτι έχει αλλάξει, δεν ξέρουμε ακριβώς τι, αλλά το σίγουρο είναι, ότι το μόνο ασφαλές καταφύγιο είναι το σπίτι της, στο οποίο δεν ξέρει καν αν θα καταφέρει να φτάσει αφού η καθυστέρηση του τρένου, της φέρνει ένα σωρό προβλήματα. Οι ξένοι γύρω είναι απειλητικοί και υπάρχει στον αέρα κάτι που μας δείχνει ότι οι περισσότερες κοινωνικές συμβάσεις έχουν καταλυθεί.


Με τον μαγευτικό του τρόπο ο Krasznahorkai μας βάζει από τις πρώτες γραμμές στο σύμπαν του, αυτό το τρομακτικό σύμπαν που θα μας οδηγήσει σε μια παρατημένη πόλη, με τους ανθρώπους κρυμμένους στα σπίτια, του δρόμους γεμάτους σκουπίδια, μια πόλη χωρίς καύσιμα έρημη, παγωμένη και απειλητική. 


Ο λόγος του Krasznahorkai, λογοτεχνικά όμορφος, στέκεται αυτόνομα, πέρα από κάθε πλοκή, και δείχνει ευτυχώς να μην έχει χάσει τίποτα από την πρωτότυπη ομορφιά του μέσα από την πολύ καλή μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου. (ελπίζω να μεταφράσει η ίδια και άλλα δικά του βιβλία). ed η μετάφραση δυστυχώς είναι από τα γαλλικά, και για αυτό το λόγο, δικαίως, τα επόμενα βιβλία δόθηκαν σε άλλη μεταφράστρια. 


Κεντρικοί χαρακτήρες του βιβλίου είναι ο γιος της κυρίας Πφλάουμ, ο απλοϊκός και «αλαφροΐσκιωτος» Βάλουσκα ταχυδρόμος, περιπατητής, «ο τρελός του χωριού» για τους πολλούς, και ο Έστερ, πρώην διευθυντής του Δημοτικού Ωδείο, ευυπόληπτο μέλος της κοινωνίας πλην όμως αποσυρμένος από αυτήν, λόγω της επιθυμίας του, σύμφωνα με τα λεγόμενα του του να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη μουσική. Οι ζωές αυτών των δύο, οι οποίοι πατάνε σε εντελώς διαφορετικά μονοπάτια θα συνταραχθούν και μέσα από αυτήν την αναταραχή θα χάσουν την διαφορετικότητα τους και θα ακουμπήσουν σε ένα κοινό και για τους δυο μονοπάτι. 


Την καταθλιπτική ατμόσφαιρα της πόλης που μας περιγράφει ο Krasznahorkai έρχεται να επιβαρύνει η έλευση ενός τσίρκου. Το πιο σημαντικό του έκθεμα είναι το βαλσαμωμένο κουφάρι μίας τεράστιας φάλαινας. Το τσίρκο το ακολουθούν ταραχοποιοί οι οποίοι καθοδηγούνται από κάποιον μυστηριώδη «πρίγκηπα». 


Έτσι θα ξεσπάσει ένα τεράστιο κύμα βίας και παραλογισμού που θα ξυπνήσει τους κατοίκους αυτής της πόλης και θα τους κάνει να συσπειρωθούν ενάντια σε αυτή την απειλή. Βία και παραλογισμός. Αυτά τα δύο πάνε πάντα μαζί. Η βία σε κάνει να ασχοληθείς με αυτή γιατί εκπέμπει μια ψευδαίσθηση ζωής, λειτουργεί καλά πάνω σε πεθαμένους ανθρώπους που νομίζουν ότι ξυπνάνε. Πάντα το κακό μας μαγνητίζει και ειδικά όταν δεν ξέρουμε από πού προέρχεται.


Το κακό στο βιβλίο του Krasznahorkai έρχεται σε μια πόλη η οποία είναι έτοιμη να το δεχτεί, έρχεται με την μορφή του τσίρκου, μέσο για την μεταφορά του είναι η διασκέδαση του κόσμου, η σχόλη, το φαντασμαγορικό, έρχεται σαν την προσωποποίηση της ενοχής μας δηλαδή, σε αυτόν τον κόσμο που ανταμείβοντας την εργασία, ανταμείβει τον εργατικό άνθρωπο, τον μόχθο, την προσπάθεια, την απασχόληση, αυτή τη συνεχή απασχόληση που κάνει το κεφάλι μας ζούγκλα και δεν μας αφήνει καθόλου χώρο μέσα για να σκεφτούμε πώς είναι ο ουρανός, να αντικρίσουμε αυτό που είναι ωραίο γύρω μας και μέσα μας. 


Οι σκέψεις που τριγυρίζουν στο κεφάλι μας παλεύουν να βρουν την θέση τους μέσα σε έναν εγκέφαλο που λειτουργεί στο φουλ, προσπαθώντας να μην αφήσει κενά χρόνου που μπορεί να δώσουν την ευκαιρία σε νέες ονειροπόλες σκέψεις να γεννηθούν, σκέψεις που θα δημιουργήσουν ανθρώπους που κοιτάνε λίγο περισσότερο τον ουρανό. Ο Βαλουσκα όμως τον κοιτάζει, και τον περιγράφει σε όλους. Κοιτάζει τον ουρανό, φαντάζεται το σύμπαν ψάχνει την αρμονία στους πλανήτες. Ονειροπόλος, χαζούλης, «αργός», αυτό είναι για τους περισσότερους αυτής της πόλης. Και όταν έρχεται το τσίρκο δεν μπορεί να φανταστεί το κακό. Το κακό του φέρνει ενοχές – η σκέψη του κακού του φέρνει ενοχές – του είναι πιο εύκολο να θεωρεί τους άλλους καλούς, τον ηρεμεί. Έτσι το κακό δεν τον πιάνει. Η ομάδα των ταραχοποιών που θα μολύνει αυτή τη πόλη τον περιλαμβάνει στους κόλπους της και το καλό γίνεται με τόση ευκολία κακό. Δεν υπάρχει πια ενοχή, αφήνει το κακό να τον ελευθερώσει από τα δεσμά του. Αλλά κατά ένα παράξενο τρόπο εκείνος είναι ακόμα καλός.


Ο Έστερ αποσυρμένος στο σπίτι του για να μη μολυνθεί από την μικρότητα αυτού του κόσμου βρίσκει την αρμονία στην μουσική. Στη νόηση, στη λογική και στην πυθαγόρεια αρμονία. Αρνείται την κίνηση, αρνείται το έξω, αρνείται τον κόσμο. Η αποκάλυψη, του γίνεται όταν είναι πια αργά. Όταν η ορδές και το κακό έχουν ρουφήξει τον Βαλουσκα. Και όλα φανερώνονται με τον πιο απλό τρόπο. Το μπήξιμο της βίδας στον τοίχο. Η μεταμόρφωση έρχεται όταν λιγότερο την περιμένει. Ο κόσμος του φανερώνεται όπως ακριβώς είναι, και το καλό παίρνει την θέση του κακού. Ο κόσμος είναι εκεί για να τον δει, πρέπει να πλησιάσει σε αυτόν, όχι να σκεφτεί μόνο. Ο κόσμος δεν είναι μόνο ένας τεράστιος εγκέφαλος.


Ποια ακριβώς είναι η ηθική αυτής της μικρής πόλης; Ποιοι είναι αυτοί που την κατοικούν; Και τελικά ποιοι είναι κακοί και ποιοι καλοί; Ο αθώος Βάλουσκα που παρασέρνεται από τον όχλο; Ο μισάνθρωπος που αδιαφορεί για το τι γίνεται έξω από την πόρτα του, οι υπόλοιποι πολίτες που ο καθένας ασχολείται με το προσωπικό του μικροσύμπαν; Το τσίρκο απλώς τα βγάζει όλα στη φόρα. Βγάζει την αρρώστια σε κοινή θέα. Αυτή είναι και η δουλειά του άλλωστε. Να δείχνει. Η κοινωνία δεν θα αλλάξει. Το μήνυμα είναι απαισιόδοξο. Ο Βάλουσκα δεν θα μας ξαναμιλήσει για τον ουρανό. Και η κοινωνία θα συνεχίσει να υπάρχει όπως ήταν.

David Grossman - A horse walks into a bar




Τον Grossman τον ήξερα από το εξαιρετικό του μυθιστόρημα «Στο τέλος της γης» που διάβασα πριν από μερικά χρόνια. Ήξερα λοιπόν το πόσο συνδεδεμένη ήταν η αίσθηση της απώλειας με το γράψιμο του, η οποία δυστυχώς αποτελεί και σημαντικό κομμάτι της ζωής του λόγω του θανάτου του γιου του στον πόλεμο του Ισραήλ με τον Λίβανο. Όταν έμαθα για το τελευταίο του βιβλίο, αυτό που πήρε και το βραβείο Booker παραξενεύτηκα λίγο γιατί ο τίτλος αλλά και το θέμα μου φάνηκαν πολύ ανάλαφρα και αταίριαστα με το πώς είχα εγώ στο μυαλό μου την γραφή και την θεματολογία του Grossman. 


Αποφάσισα να το αγοράσω γιατί πάντα ακολουθώ τους συγγραφείς που έχουν καταφέρει να με εντυπωσιάσουν με κάποιο τους βιβλίο. Πιστεύω ότι πολύ δύσκολα θα μπορούν να με απογοητεύσουν σε κάποιο επόμενο και μέχρι τώρα αυτή η πεποίθηση μου δεν έχει διαψευσθεί πλην ελάχιστων περιπτώσεων. Ο Grossman είχε μπει ήδη στην λίστα των συγγραφέων των οποίων βιβλία θα αγόραζα στα τυφλά.


Ήδη από την αρχή του βιβλίου κατάλαβα ότι πρόκειται να διαβάσω κάτι μεγάλο. Ένας κωμικός (της stand-up comedy) μπαίνει σε ένα μαγαζί και ξεκινάει την παράσταση του. Η παράσταση αρχίζει, η αλληλεπίδραση με το κοινό ξεκινάει, ο κωμικός είναι αρκετά τολμηρός παίζοντας μαζί του και χρησιμοποιώντας την γελοιοποίηση κάποιων θεατών ως μέσο για να εκμαιεύσει το γέλιο από τους υπόλοιπους. Χοντροκομμένος, στα όρια του θρασύ αυτός ο μικροσκοπικός άντρας με γυαλιά δεν μου προκαλεί καμιά συμπάθεια. 


Όλα αλλάζουν όταν συνειδητοποιώ ότι στο κοινό υπάρχει ο άντρας που μας διηγείται την ιστορία. Και ότι αυτός ο άντρας είναι με κάποιο τρόπο συνδεδεμένος με τον κωμικό (Dobaleh). Όλο αυτό που διαδραματίζεται στις σελίδες του βιβλίου γίνεται για κάποιο σκοπό, απευθύνεται σε κάποιον, έχει ένα τέλος. Η παράσταση είναι η ζωή του Dobaleh, ξεδιπλωμένη μπροστά στους θεατές, οι οποίοι όμως δεν έχουν συναινέσει στον ρόλο του θεατή -κριτή, έχουν έρθει απλώς για να διασκεδάσουν. Ο Dobaleh είναι σαν να ζητάει να εξαγνιστεί μέσα από το γέλιο των θεατών, μέσα από το άδειασμά της ψυχής του σε αυτούς. Τους χρησιμοποιεί παρά την θέληση τους. Εκτίθεται χωρίς πανοπλία, αφαιρεί ένα, ένα τα προστατευτικά στρώματα του, ευάλωτος όσο δεν γίνεται περισσότερο, ψάχνοντας από έναν συγκεκριμένο θεατή να του φανερώσει το είναι του, την ουσία του, το κομμάτι του εαυτού του «που δεν περιγράφεται με λόγια». 


Τι να πω για αυτό το βιβλίο; Ότι μου σκλάβωσε την καρδιά όσο λίγα; Ότι με έκανε να κλάψω; Όσο το διάβαζα, κάθε κομματάκι του άνοιγε και ένα παράθυρο στον ανθρώπινο πόνο που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξης μας. Παράθυρο στις πιο μύχιες σκέψεις μας, στους πιο σκοτεινούς φόβους μας, στην τρομακτική ασάφεια του παιδικού συναισθήματος. Ο κόσμος ανάποδα μπορεί να είναι καλύτερος; Μπορεί να προσφέρει μια κάποια προστασία; Μπορεί κάποιος να μας βλάψει όταν δεν μας καταλαβαίνει; Και ποιος είναι τελικά ο σωστός ανάμεσα μας; Μπορεί κάποιος να γελάει κλαίγοντας; Και ένας φίλος που φοβάται πόσο φίλος είναι;


Δεν λέω τίποτα άλλο γιατί θα χαλάσω αυτό το υπέροχο κουβάρι που θα ξεδιπλωθεί μπροστά σε όποιον αποφασίσει να διαβάσει αυτό το βιβλίο. Ο Grossman καταφέρνει να αγγίξει τα θέματα της ανθρώπινης ψυχής μέσα από έναν καραγκιόζη της σύγχρονης εποχής. Το αστείο γίνεται όπλο που στρέφεται στον ίδιο που το διηγείται. Η κοινωνία του Ισραήλ απομυθοποιείται με λίγες λέξεις. Η ανθρώπινη αγάπη παίρνει μια εντελώς διαφορετική διάσταση από αυτή που έχουμε οι περισσότεροι στο μυαλό μας. Όση αγάπη και αν υπάρχει είμαστε μόνοι μας σε αυτόν τον κόσμο. Εμείς και οι δαίμονες μας. Και όταν το συνειδητοποιούμε αυτό τότε ερχόμαστε αντιμέτωποι με το τρομακτικό σενάριο της ενηλικίωσης.


Απλά συγκλονιστικό.