Sunday, August 2, 2020

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς - Ο αόρατος Λεβιάθαν


Κρατώντας τον πήχη ψηλά όπως έκανε και με το "Είδωλα Πολιτισμού" αγαπημένο βιβλίο της μετεφηβικής ηλικίας μου, χρήσιμο για εμένα και ως "οδηγός ανάγνωσης" της κοινωνίας στην οποία τότε ξεκινούσα να μπαίνω με δειλά βήματα, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, μας δίνει με το καινούργιο του βιβλίο μια επιστημονική και εμπνευσμένη ανάγνωση της σημερινής παγκόσμιας κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης καθώς και των προγενέστερων καταστάσεων που τη σχημάτισαν.

Με γλώσσα που εμένα μου προσφέρει σχεδόν λογοτεχνική ευχαρίστηση και αναφορές στα έργα πλήθους πολιτικών και κοινωνικών επιστημόνων των τριών τελευταίων αιώνων, το βιβλίο του αποτελεί σημαντικό ανάγνωσμα που παρότι γράφτηκε πριν την πανδημία,. μπορεί να βοηθήσει και στην κατανόηση του τρόπου αντιμετώπισης της κρίσης αυτής από τις πολίτικες ηγεσίες και από τον ίδιο τον πολίτη.

Το φιλο-λογοτεχνικό κομμάτι του εαυτού μου δεν με αφήνει να μη σχολιάσω ότι κρυφοκοιτώντας το ευρετήριο ονομάτων στο τέλος του βιβλίου, μέτρησα περισσότερες αναφορές στον J.L. Borges απ' ό,τι στον Pierre Bourdieu. Αυτό το αναφέρω έτσι για να σας κεντρίσω την περιέργεια.

Εκδ. Πόλις
2020

Monday, June 22, 2020

Γιάννης Μακριδάκης - Ενάμιση δευτερόλεπτο φως

"...πρώτη φορά ένιωσε τότε ο Μάριος Τσόχος τη σημασία την αληθινή της λέξης ημερεύω, γίνομαι μέρα, εξημερώνομαι από τα σκοτάδια μου τα άγρια,..."


Η έννοια του φωτός μέσα στο σκοτάδι, από μόνη της μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης, στοχασμού και φιλοσοφικής αναζήτησης. Το σκοτάδι αντιπροσωπεύει την απουσία ορατότητας, κάτι που μπορεί να συνδυαστεί με την ανυπαρξία αλλά και με την αποσιώπηση του κακού. Ο φάρος διεισδύει στο σκοτάδι και βοηθάει στην πλοήγηση των πλοίων οδηγώντας τα σε ασφαλή μονοπάτια, το φως του όμως στην κυκλική και επαναλαμβανόμενη κίνηση του, διαρκεί μόνο για ενάμισι δευτερόλεπτο που ακολουθείται από άλλα δεκαοκτώμιση δευτερόλεπτα σκότους. 

Το βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη με τίτλο «Ενάμιση δευτερόλεπτο φως» περιγράφει την επιστροφή ενός επιτυχημένου επαγγελματικά μετεωρολόγου και παρουσιαστή, στον τόπο που γεννήθηκε και από τον οποίο είχε εκδιωχθεί σε μικρή ηλικία μέσα σε τραυματικές συνθήκες. 

Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι λιγοστοί αλλά επαρκούν. Δύο άνθρωποι, ο φαροφύλακας και ο Μάριος Τσόχος, μετεωρολόγος και γιος του παλιού φαροφύλακα και μια γαϊδούρα, η Κοκώνα, σιωπηλός μάρτυρας των τραγικών γεγονότων που διαδραματίζονταν κατά καιρούς στον φάρο του νησιού. Μέσα από αυτούς ο αναγνώστης θα πληροφορηθεί για το παρελθόν, την αφορμή δηλαδή όλης αυτής της μυθιστοριογραφίας, και τις πράξεις που διαδραματίστηκαν δίπλα σε τόσο δυνατό φως, κρυμμένες μέσα στο σκοτάδι. 

Η αλληγορία του φάρου λειτουργεί αποτελεσματικά μέσα στη νουβέλα του Μακριδάκη, ο αναγνώστης βαραίνει και ανασταίνεται ακολουθώντας την κυκλική κίνηση του φάρου – έναν κύκλο που πρόσφατα όμως αντικαταστάθηκε από ένα ημικύκλιο μιας και η ρυθμική κίνηση του φάρου δεν είναι πλέον απαραίτητή-, όχι πια, όχι τώρα που η λειτουργία του βασίζεται σε τεχνολογικά εξελιγμένες ηλεκτρικές λυχνίες. Η φώτιση έρχεται εύκολα αλλά δεν φωτίζει τα πάντα. Τα βουνά μένουν σκοτεινά. Ο κύκλος της ζωής έχει διαταραχθεί, το καλό δεν διαδέχεται πάντα το κακό και ο ίδιος ο φάρος δεν είναι πια απαραίτητος. Η πορεία των πλοίων διασφαλίζεται και στην ανυπαρξία φωτός, καθοδηγούμενη από τα μαθηματικά δεδομένα. Οι δημιουργίες του ανθρώπου απομακρύνονται όλο και πιο πολύ από την δική του φύση η οποία όμως δείχνει να μην μπορεί να αποκοπεί από την βίαιη ζωώδη καταγωγή της. Η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν καθοδηγείται από τα ίδια μαθηματικά δεδομένα αλλά από κάτι άλλο, κάτι απροσδιόριστο, κάτι που κρύβεται στα βάθη της ύπαρξης μας και συγγενεύει πιο πολύ με τη φωτιά, το φως του φάρου και το βαρίδιο που το θέτει σε κυκλική κίνηση πάρα με το ηλεκτροφόρο καλώδιο και τις ηλεκτρονικές συντεταγμένες. Άραγε αυτή η πρόοδος μπορεί να συμπαρασύρει και την ανθρώπινη ψυχή σε πιο λογικά καθοδηγούμενα μονοπάτια ή απλώς μεγαλώνει την απόσταση με αυτήν και κάνει την κατανόηση της ουσίας μας πλέον αδύνατη; 

Δύο άνθρωποι μέσα στον φάρο. Το βάρος που κουβαλάνε δεν μας πλακώνει, είναι σαν να βλέπουμε μέσα στο σκοτάδι της ιστορίας τους μια λάμψη. Η διήγηση του Μακριδάκη έχει τη δυναμική ενός μελτεμιού και όχι μιας άγριας τραμουντάνας. Ο ουρανός μένει καθαρός αλλά η θάλασσα σε λικνίζει δυνατά. Ο λόγος του, χωρίς τελείες, μόνο με κόμματα και άνω τελείες σε κάνει να πιστεύεις ότι όλα αυτά κυλάνε και φεύγουν. Όλο το βιβλίο το ένιωσα σαν να με κουβαλούσε πάνω του. Θέλει ικανότητα για να καταφέρεις να θίξεις τραγικά θέματα της ανθρώπινης φύσης σαν να περιγράφεις έναν νυχτερινό περίπατο. Σαν να φυσάει ο άνεμος. Ο Μάριος Τσόχος ή Καιρός, ο Ιπποκράτης Κοκκινογένης ή Τιμάριθμος, η Κοκώνα η γαϊδούρα και το φάντασμα του Τσοχόσπυρου. Όλοι κυλάνε κάτω από το φως και μέσα στο σκοτάδι με κατεύθυνση την έξοδο. 

Μικρό βιβλίο, μόλις 120 σελίδες αλλά λουσμένο από φως. Να το πάρετε. 


"...έκατσε κάμποση ώρα εκεί στα άβολα σκαλοπάτια του πυργοφάναρου και έκλαψε για όλα τότε ο Μάριος Τσόχος, ούτε ήξερε πόσην ώρα έκλαιγε, πόσο σκοτάδι έσβησαν πόσες αναλαμπές, έκλαψε που όλοι οι άνθρωποι έχουν γεννηθεί από τέρατα διότι όλοι οι άνθρωποι έχουν το τέρας μέσα τους∙ σκέφτηκε τότε, ανάμεσα στα μικρά διαλείμματα φωτός μες στο σκοτάδι και στα μεγάλα σκοταδιού μέσα στο φως, ότι αν ήταν τα πράγματα αλλιώς και αν ήταν άλλος ο πατέρας του δεν θα ήταν και αυτός ο ίδιος, αλλά ένας άλλος άνθρωπος κάπου αλλού ίσως εκείνη τη στιγμή, θα έκανε στη ζωή του άλλα πράγματα και δεν θα είχε βρει στον δρόμο του το Κατερινιώ, και τότε συνειδητοποίησε τη σκέψη την πιο απελευθερωτική απ'όλες, τη σκέψη που τον έκανε να κατηφορίσει τα σκαλιά σιγά-σιγά και να πάει να ξaπλώσει ανάσκελα με τα ρούχα στο κρεβάτι του να κοιμηθεί, με το μυαλό του όμως σε εγρήγορση ώστε να ξυπνάει κάθε τόσο και να ελέγχει τη λειτουργία του φάρου, σκέφτηκε ότι γι αυτόν τον λόγο εμφανίστηκε στη ζωή του το Κατερινιώ, για να τον οδηγήσει ξανά στο νησί και να τα μάθει όλα όσα έπρεπε να ξέρει για τον εαυτό του και δεν τα γνώριζε και ούτε με άλλον τρόπο θα τα μάθαινε ποτέ,..."

Εκδόσεις Εστία, 2020

Wednesday, May 13, 2020

James Baldwin - Το κουαρτέτο του Χάρλεμ (Just above my head)


"We didn’t wait for white people to have a change of heart, or change their laws, or anything, in order to be responsible for each other, to love our women, or raise our children. You better not wait, either. They ain’t going to change their laws for us-it just ain’t in them. They change their laws when their laws make them uncomfortable, or when they think they can see some kind of advantage for them -we ain’t, really, got nothing to do with it.” 

“If we had ever” said Florence, “depended on white folks for anything, there wouldn’t be a black person alive here today.”

“Mama,” asked Arthur. “you think they can’t change?” 



Με αφορμή την έκδοση του από τις εκδόσεις Πόλις διάβασα στο αγγλικό πρωτότυπο το βιβλίο του James Baldwin “Just Above my head”, μεταφρασμένο στα ελληνικά ως «Το κουαρτέτο του Χάρλεμ». 

Ήδη από τις πρώτες σελίδες αισθάνθηκα ότι είμαι αδικαιολόγητη που δεν γνώριζα τίποτα για τον συγγραφέα του. Μετά από μικρή αναζήτηση στο διαδίκτυο επιβεβαιώθηκα ότι ο Baldwin έχει αφήσει το σημάδι του στην Αμερικάνικη λογοτεχνία του εικοστού αιώνα. Ανοίγοντας τον δρόμο για τους μαύρους λογοτέχνες, απελευθερώνοντας τη μαύρη φωνή, απαλλάσσοντας την από λευκές επιρροές και φτιασιδώματα έδωσε στον κόσμο μια αυθεντική λογοτεχνία που υπερβαίνει τη δύναμη της καταγωγής της. 

Το βιβλίο περιγράφει μέσα από τη διήγηση του μεγάλου αδερφού του, την πορεία του Άρθουρ Μοντάνα, τραγουδιστή των μπλουζ, από τις εκκλησίες του Χάρλεμ και τους ύμνους γκόσπελ, στα μπαράκια του Παρισιού και του Λονδίνου προς τη διεθνή αναγνώριση. Ο Άρθουρ, γέννημα θρέμμα του Χάρλεμ, μαύρος και ομοφυλόφιλος αποτελεί κομμάτι μιας νεολαίας που βυθίζεται στα ναρκωτικά, την πορνεία και την εγκληματικότητα. Ο πόλεμος της Κορέας καταπίνει όσους νέους έχουν καταφέρει να επιβιώσουν σε αυτόν τον χώρο των απελευθερωμένων σκλάβων σε μια Αμερική που δεν ξέρει ακόμα πώς να τους εντάξει στο σύστημα της, σχεδόν εκατό χρόνια μετά την επίσημη λήξη της δουλείας. Οι περιοδείες του Άρθουρ στον αμερικανικό νότο αναδεικνύουν μέσα από τις περιγραφές του Baldwin, το μέγεθος του αφροαμερικανικού προβλήματος καθώς τη δεκαετία του 50 το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων αναζωπύρωσε τις εστίες μίσους προς τους μαύρους και έδωσε πάτημα στην Κου Κλουξ Κλαν για την επανεκκίνηση των επιθέσεων της στην τρίτη και τελευταία περίοδο δράσης της. 

Ο Baldwin καταφέρνει να βάλει τον αναγνώστη με ευκολία μέσα στο κλίμα της μαύρης κοινότητας της δεκαετίας του πενήντα. Στα αυτιά μου έφταναν οι ήχοι της Mahalia Jackson, και του James Brown, ένιωθα τις δονήσεις των γκόσπελ μέσα στις εκκλησίες, καταλάβαινα ακριβώς γιατί η περηφάνια εμπόδιζε τους μαύρους να χαρούν το πρόσφατα αποκτημένο δικαίωμα πρόσβασης στα λεωφορεία των λευκών, μια κίνηση ελεημοσύνης όπως έλεγαν για κάτι αυτονόητο. Περισσότερο καταλάβαινα ότι αυτό που ένιωθαν οι μαύροι προς τους λευκούς δεν ήταν ακριβώς θυμός αλλά πιο πολύ κάτι σαν απαξίωση. Οι λευκοί δύσκολα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί γιατί είχαν φανεί κατώτεροι. Ένα αίσθημα λύπης με κατέκλισε κατά την ανάγνωση, όχι μόνο για τα βάσανα του μαύρου λαού αλλά και για όλα αυτά που έχανε η Αμερική μη αποδεχόμενη τους ανθρώπους που εκείνη είχε φέρει σε αυτή τη γη. Η πλούσια πολιτιστική προσφορά των μαύρων στην αμερικάνικη κοινωνία είχε μόλις αρχίσει να εμφανίζεται. Ο αγώνας για μια δίκαια κοινωνία θα αποδεικνυόταν μακρύς. Η αλήθεια είναι ότι η ομορφιά της οποιασδήποτε ποικιλομορφίας τρομάζει ακόμα τους λαούς. Ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι ακόμα αιτία κοινωνικού ή κυριολεκτικού λιθοβολισμού στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Οι γυναίκες ακόμα παλεύουν να βρουν τη θέση τους. Οι μειονότητες κάθε είδους ακόμα αδικούνται. 

Μπορεί οι συνθήκες ζωής των μαύρων στις ΗΠΑ να έχουν κατά πολύ βελτιωθεί από την εποχή που έζησε ο Baldwin, κάοια πράγματα όμως έχουν μείνει επικίνδυνα ίδια. Πρόσφατα διάβαζα μια συνέντευξη του Rashawn Ray καθηγητή κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Maryland, την οποία έδωσε με αφορμή την πρόσφατη δολοφονία ενός 25χρονου μαύρου jogger από έναν λευκό. Ο δράστης υποστήριξε ότι τον πέρασε για διαρρήκτη. Ο Rashawn Ray μετά από έρευνα σε δείγμα πεντακοσίων λευκών και μαύρων ατόμων συμπέρανε ότι οι μαύροι άντρες, που ζουν σε γειτονιές κυριαρχούμενες από λευκούς, αισθάνονται ότι απειλούντα. Αυτός ο φόβος πηγάζει από τη γνώση ότι οι λευκοί κατά πλειοψηφία τούς θεωρούν a priori παραβατικούς βασιζόμενοι σε φυλετικές προκαταλήψεις ετών. 

Ο Rashawn Ray κατέληξε στο ότι η πλειοψηφία των αντρών που πήραν μέρος στην έρευνα, προσπαθούσαν να «αποδείξουν» τη μη επικινδυνότητα τους, χρησιμοποιώντας διάφορους τρόπους όπως το να φοράνε το μπλουζάκι της σχολής τους όταν τρέχουν και να αποφεύγουν ερημικούς δρόμους το βράδυ, όντας έτοιμοι πάντα να επιδείξουν την ταυτότητα τους σε πιθανή συνάντηση τους με αστυνομικό ή άτομο ιδιωτικής ασφάλειας. 

Η ιστορία του βιβλίου μπορεί να εκτυλίσσεται στην Αμερική των 50s αλλά η παραπάνω κατάσταση απέχει πολύ λίγο από τη σκηνή του βιβλίου στην οποία κανένας ταξιτζής δεν ανταποκρίνεται στα νεύματα του Χαλ, του μεγάλου αδερφού του Άρθουρ όταν προσπαθεί να βρει ταξί ένα κρύο βράδυ, γυρνώντας με την κοπελιά του από μια βραδινή έξοδο. Οι ταξιτζήδες δεν σταματάνε το βράδυ όταν ο υποψήφιος πελάτης είναι μαύρος. 

Πέρα όμως από τη μαύρη πολιτική φωνή που αναδύεται ξεκάθαρα, το βιβλίο έχει αυτόνομη λογοτεχνική αξία. Στις σελίδες του ο Baldwin περιγράφει τις ανθρώπινες σχέσεις, τη φιλία, την οικογένεια, την αγάπη και τη μοναξιά μέσα από χαρακτήρες ολοκληρωμένους και με μια εξαίσια ικανότητα μυθοπλασίας. Το «Κουαρτέτο του Χάρλεμ» είναι ένα βιβλίο διαχρονικό με γλώσσα που δεν προδίδει την ηλικία του. Θα το θυμάμαι και θα προκαλέσει έναυσμα για να διαβάσω και τα υπόλοιπα μυθιστορήματα του ίδιου. 

Μπράβο στις εκδόσεις Πόλις που αποφάσισαν να το εκδώσουν στα ελληνικά. Καιρός ήταν να το κάνει κάποιος. 



It’s like we used to say in the church, and it’s still true-the sinner can’t be saved unless he knows he’s a sinner. And you surrounded by junkies, child. This is a nation of sleepwalkers, and they can’t wake up.” She reaches out, and touches Tony’s face, lightly. “And death comes, baby, that’s all. It’s best, when death comes, that he wrap his arms around you, and take you with him. Death can strike you, and leave you grinning where you are-like a skeleton with cloths on. It’s happening around us every day. You just look around you, when you walk out tomorrow morning”

Wednesday, April 15, 2020

D.H. Lawrens - Ο παραβάτης (The Trespasser)




Μια πανδαισία αισθήσεων περιμένει τον υπομονετικό αναγνώστη του The Trespasser (Ο παραβάτης) του D.H Lawrens. Το βιβλίο αυτό δεν είναι για τους βιαστικούς. Μάλλον γράφτηκε για να το διαβάσουμε εμείς οι έγκλειστοι επιβάτες του πλανήτη γη, στην εποχή της πανδημίας του Covid-19. Κάθε λέξη στο πρώτο μέρος του βιβλίου μεταφέρει το αεράκι της ανατολικής ακτής της Αγγλίας στο μάγουλο μας. Κάθε συναίσθημα μετριέται με το μέγεθος της φουσκοθαλασσιάς, κάθε άγγιγμα με τη μορφή μιας καταιγίδας και κάθε δάκρυ είναι το αποτέλεσμα του καυτού ήλιου στα πρόσωπα των εραστών

Η ιστορία είναι απλή. Μια απιστία. Ο D.H Lawrens ακονίζει την πένα του δεκαέξι χρόνια πριν γράψει το αριστούργημα του “Ο εραστής της Λαίδης Chatterley” ζωγραφίζοντας πάνω στο φυσικό τοπίο τη μάχη δύο ανθρώπων με τον έρωτα. Ο Σίγκμουντ, μουσικός, παντρεμένος από πολύ μικρός με τη Βεατρίκη και κουρασμένος από τη σχέση του, ερωτεύεται τη νεαρή βιολίστρια Ελένα και φεύγει για πέντε ημέρες στην εξοχή μαζί της. 

Το πρώτο μέρος του βιβλίου αποτελείται από λεπτομερείς περιγραφές του φυσικού τοπίου και των μεταμορφώσεων του, που βρίσκονται σε απόλυτη αναλογία με τις διαθέσεις και την πορεία του παράνομου ρομάντζου. Οι εραστές, εναρμονισμένοι με τη φύση, «χορεύουν» στον ρυθμό της ακόμα και όταν αυτός κινδυνεύει -όπως ακριβώς και ο έρωτας τους - να τους καταπιεί. Έρωτας που φαίνεται να έχει μια αυτόνομη παρουσία, υπαρκτός ακόμα και χωρίς αυτούς, σαν συναίσθημα χωρίς συγκεκριμένο αποδέκτη, επιθυμητό μόνο για την δύναμη του να ξεσκεπάζει τη φύση και να χαρίζει ενέργεια, κίνητρο και χρώμα στον ξενιστή του, εκτρέποντας ακόμα και την μονότονη περιοδική κίνηση του σύμπαντος. 

Το αστικό τοπίο του δεύτερου μέρους έρχεται σε αντιπαράθεση με τη φωτεινή φύση του πρώτου, οριοθετώντας τη μετάβαση του «αμαρτωλού Σίγκμουντ» από τον παράδεισο στην τιμωρία του. Το ταξίδι της επιστροφής με το τρένο είναι αργό και βασανιστικό. Η Ελένα βρίσκεται εκεί απέναντι του, ανυπόφορη υπενθύμιση της επικείμενης απουσίας της. Ο Σίγκμουντ σαν ένας άλλος Ρασκόλνικωφ , δεν μπορεί να αντέξει το ηθικό αδιέξοδο της πράξης του. Η αίσθηση του οικείου που φέρνει η επαφή του σώματος του με το συζυγικό κρεβάτι δεν είναι ανακουφιστική αλλά βασανιστική και ανυπόφορη. Η ενοχή που γεννιέται παράλληλα με την επιθυμία του τον εμποδίζει να αισθανθεί ηδονή, ο κόσμος δείχνει να κινείται χωρίς αυτόν και ο Σίγκμουντ μοιάζει με έναν χαρτοπαίχτη που τον έπιασαν να κλέβει. 

Ο D.H Lawrens με το βιβλίο του «Ο παραβάτης» μας έδωσε μια νουβέλα (εμπνευσμένη από την αληθινή ιστορία της φίλης του Helen Corke) που παρουσιάζει τον έρωτα και τον θάνατο ως τις μοναδικές δυνατές μορφές ζωής. Με συναρπαστικές περιγραφές, λυρική γλώσσα και διεισδυτική ματιά στην ανθρώπινη φύση αποτελεί ένα τέλειο ανάγνωσμα για να θυμηθούμε τι αποκαλούμε καλή λογοτεχνία.

"What is the music of it?" he asked

She glanced at him. His eylids were half lowered, his mouth slightly open, as if in ironic rhapsody.

"Of what, dear?"

"What music do you think holds the best interpretation of sunset?"

Tuesday, March 31, 2020

Νίκος Γκίκας - Η διαθήκη του δολοφόνου



«Σπάνια μεν, οδυνηρά δε, τις ελάχιστες φορές που τυχαίνει να επιστρέψει ο εφιάλτης, το θύμα κυριεύεται από ένα αιφνίδιο και σαρωτικό αίσθημα τρόμου, μια έκρηξη πανικού, αφού συλλαμβάνεται απροετοίμαστο για ό,τι ακολουθεί. Γι’ αυτό βέβαια δεν έφταιγε τόσο ο Δριμός κι η έμπνευση του να τηλεφωνήσει για μια ακόμα φορά πριν καν ο ωροδείκτης δείξει πέντε το πρωί, όσο ο ήχος της συσκευής του τηλεφώνου, που εύκολα μπορούσε να περάσει, εν μέσω βαθύ ύπνου, για κροτάλισμα οπλοπολυβόλου τη στιγμή της εκτέλεσης· ίσως πάλι να έφταιγε η αμέλεια του δύστυχου υπαστυνόμου να χαμηλώσει την ένταση του, η οποία τόσο απάνθρωπα πέταξε από τον ύπνο της τη δύστυχη γυναίκα του κι εκείνη με τη σειρά της τον άντρα της κάτω απ’το κρεβάτι» 


Δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να σχολιάσω ένα βιβλίο αστυνομικής λογοτεχνίας. Δε ξέρω καν αν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να διαβάσω ένα βιβλίο αστυνομικής λογοτεχνίας. Λάτρης της Αγκάθα Κρίστη και του ήρωα του Doyle, τον Σέρλοκ Χολμς (όπως πολλοί) με μόνα σχετικά σύγχρονα αναγνώσματα αυτού του είδους να είναι βιβλία του Παδούρα και του Philip Kerr (ο πρώτος μου αρέσει, ο δεύτερος έτσι κι έτσι) ξέρω ότι αυτό που εγώ αποζητώ σε ένα βιβλίο δε θα το βρω εκεί. Ο λόγος που διαβάζω βιβλία είναι αυτό το ευχάριστο ρίγος που νιώθω όταν μέσα από μια γραπτώς διατυπωμένη σκέψη, μια ζωγραφισμένη με λέξεις εικόνα ή μια απλώς όμορφη σειρά λέξεων νομίζω ότι ανακαλύπτω την πηγή της ευτυχίας. Αυτό το ρίγος δε μπορεί να το φέρει ποτέ μια «πλοκή» όσο καλοστημένη και αν είναι. Αυτό είναι και το πρόβλημα μου με τα περισσότερα αστυνομικά βιβλία. Ότι επικεντρώνονται στην πλοκή. 

Τυχαία, έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Νίκου Γκίκα «Η διαθήκη του δολοφόνου». Ξεκίνησα να το διαβάζω εν μέσω της επιδημίας του Κορονοϊού με το σκεπτικό ότι θα μου είναι πιο εύκολο να συγκεντρωθώ σε ένα κείμενο που θα απαιτήσει από εμένα λιγότερη προσήλωση. 

Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου ο Γκίκας μας συστήνει τον κεντρικό χαρακτήρα του, τον Άρη Δριμό μέσα από το ντιβάνι της υπηρεσιακής ψυχιάτρου επιφορτισμένης με το καθήκον να εντοπίζει πιθανές ψυχολογικές ενδείξεις που μπορεί να καθιστούν τον αστυνομικό «ακατάλληλο» προσωρινά ή επ’ αόριστο για το Αστυνομικό Σώμα. Το προφίλ του Δριμού, αστυνομικού με σοβαρό πρόβλημα υγείας, χωρισμένο και μάλλον παραδομένο στη μοίρα του, βάζει τον αναγνώστη ήδη από την αρχή σε μια νουάρ διάθεση θέτοντας τον σε ετοιμότητα για το έγκλημα που ξέρει ότι θα ακολουθήσει. Ο θάνατος ενός πλούσιου γιατρού κινητοποιεί τον αστυνομικό μηχανισμό και το διάβασμα της διαθήκης που θα επακολουθήσει περιπλέκει τα πράγματα αφού ο νεκρός με επιστολή που έχει αφήσει προαναγγέλλει έναν δεύτερο θάνατο για τον οποίο αποκλειστικά υπεύθυνος θα είναι ο ίδιος. 

Το πρώτο πράγμα που παρατήρησα στο βιβλίο του Νίκου Γκίκα ήταν η ομορφιά της γραφής του. Αυτό και μόνο αρκεί για να το διαφοροποιήσει από τα απλά αστυνομικά βιβλία. Η γραφή του Γκίκα έχει τη δύναμη να συγκρατήσει το βλέμμα του αναγνώστη, μειώνοντας τον ρυθμό ανάγνωσης και αποτρέποντας το συνηθισμένο λάθος του αναγνώστη που «σκανάρει» τις σελίδες με μόνο κίνητρο τη λύση του αινίγματος, την αποκάλυψη δηλαδή του δολοφόνου ή στη συγκεκριμένη περίπτωση που ο δολοφόνος ήταν γνωστός, την αποκάλυψη του τρόπου με το οποίο εκτελέστηκε το έγκλημα. Το κείμενο στο συγκεκριμένο βιβλίο, δεν αποτελεί απλώς ένα σκαλί που θα οδηγήσει στην τελική λύση, αλλά αποτελεί από μόνο του μια αναγνωστική εμπειρία, όπως πρέπει δηλαδή να είναι όλα τα κείμενα στα βιβλία που θέλουν να θεωρούνται λογοτεχνικά. 

Δεύτερο στοιχείο που με εξέπληξε ευχάριστα ήταν η δημιουργία ολοκληρωμένων χαρακτήρων, μακριά από σχηματοποιημένους χαρακτήρες/καρικατούρες που πολλές φορές χρησιμοποιούνται στην αστυνομική λογοτεχνία με σκοπό να εξυπηρετήσουν  την εξέλιξη της πλοκής σε καταστάσεις που έτσι κι αλλιώς δεν χαρακτηρίζονται ως συνηθισμένες. Οι χαρακτήρες που έχει πλάσει ο Γκίκας δείχνουν να αναπνέουν πραγματικά, ταλαιπωρούνται από προβλήματα που πολλοί από τους αναγνώστες έχουν ή μπορεί να έχουν να αντιμετωπίσουν στο μέλλον, είναι τρωτοί, θνητοί και κάποιες φορές αρκετά μικροί. Η Αλίκη κόρη του θανόντος, με τη συναισθηματική της εξάρτηση από τον σύζυγο της δεν είναι σε καλύτερη θέση από τη μικρή συμπαθητική Έρση, νεαρή hacker εθισμένη στα χάπια, που προσφέρει ανεκτίμητη βοήθεια στον Δριμό (αυτός ο χαρακτήρας θα μπορούσε να μας προσφέρει πολλούς απολαυστικούς διαλόγους νομίζω – σε ένα πιθανό sequel), η μικρή εγγονή της οικογένειας δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να περιλάβει στο σκηνικό του ένα μικρό «Μυστικό μέρος», κάτι που υπάρχει στο φαντασιακό των περισσότερων αναγνωστών και προφανώς και στο δικό του, η κόρη του Δριμού, Ειρήνη, συνδετικός κρίκος σε μια άλλη πραγματικότητα, σε μια άλλη ζωή, του υπενθυμίζει το κομμάτι που έχει χάσει, και τέλος ο ίδιος ο Δριμός, σπαρακτικός χαρακτήρας, μια υπενθύμιση ανθρώπου που καθώς δεν έχει βρει τον δρόμο του σε αυτή τη ζωή, θα μπορούσε να θεωρηθεί ξοφλημένος αν δεν αναποδογύριζε τους όρους αυτής με την τελική του πράξη. 

Η τρίτη παρατήρηση μου αφορά τη ζωντάνια των διαλόγων. Θεωρώ τους διαλόγους αρκετά δύσκολο κομμάτι της μυθοπλασίας. Όπως στο θέατρο είναι δύσκολο για τον ηθοποιό να αναπαραστήσει τον εαυτό του χωρίς να γίνεται αισθητό ότι αυτό είναι μια «αναπαράσταση» έτσι και στη λογοτεχνία είναι δύσκολο να κατασκευάσεις έναν διάλογο που να αποπνέει φυσικότητα αποκρύβοντας την κατασκευασμένη του φύση. Κάθε προσπάθεια αναπαράστασης του φυσικού απαιτεί την απόλυτη κατανόηση των κανόνων λειτουργίας του. Στη «Διαθήκη του δολοφόνου» οι διάλογοι δεν πάσχουν από την «αμηχανία» που δημιουργεί η αποτυχία μίμησης της πραγματικότητας. Η φυσική ροή της κουβέντας έχει επιτευχθεί και επιπλέον οι διάλογοι έχουν καταφέρει να υπηρετήσουν αποτελεσματικά την πλοκή. Θα μπορούσαν να έχουν χρησιμοποιηθεί σε περισσότερα σημεία ώστε να μειώσουν κάποια περιγραφικά κομμάτια αλλά αυτό θα έφερνε αναπόφευκτα αύξηση του αριθμού των σελίδων με αβέβαια αποτελέσματα στην αντοχή του μέσου αναγνώστη, οπότε θεωρώ ότι καλώς κρατήθηκε αυτή η ισορροπία. 

Και φτάνουμε και στην πλοκή. Την άφησα τελευταία για να τονίσω ότι αυτό το βιβλίο δε βασίζεται αποκλειστικά στην πλοκή του. Η ιστορία είναι έξυπνη. Αγωνία τεράστια δε δημιουργείται μεν ποτέ, υπάρχει όμως η περιέργεια κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης για το τι μπορεί να έχει συμβεί. Η αφήγηση αφήνει παραθυράκια στον αναγνώστη να δημιουργήσει τα δικά του σενάρια (τα δικά μου πάντως διαψεύστηκαν και αυτό νομίζω ότι είναι καλό), και η λύση του αινίγματος είναι αποδεκτή και αληθοφανής. 


Θα τελειώσω χαρακτηρίζοντας το βιβλίο του Γκίκα ως ένα απολαυστικό αστυνομικό μυθιστόρημα με πολλές δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης σε ένα πιθανό sequel. Οι χαρακτήρες του σίγουρα το ζητάνε και μπορούν να το υποστηρίξουν. Θα μας το δώσει ο Γκίκας;






ReplyForward















εκδ Bell

Friday, February 21, 2020

Anna Burns - Ο Γαλατάς (Milkman)



«Την εποχή εκείνη, δεκαοχτώ χρονών, μεγαλωμένη σε μια κοινωνία έτοιμη να εκραγεί, όπου οι βασικοί κανόνες ήταν –αν δεν ασκούσαν πάνω σου σωματική βία, αν δεν σ ᾽έβριζαν κατάμουτρα, αν δεν σου ᾽ριχναν ανοιχτά προσβλητικές ματιές, τότε δεν έτρεχε τίποτα, πως γινόταν λοιπόν να κινδυνεύεις από κάτι που δεν υπήρχε καν; στα δεκαοχτώ δεν είχα σαφή αντίληψη του τι αποτελούσε παρενόχληση, προσβολή, επίθεση. Είχα μια ιδέα, μια διαίσθηση, μια απέχθεια για κάποιες καταστάσεις και για κάποιους ανθρώπους, αλλά δεν ήξερα πως η διαίσθηση και η απέχθεια μετράνε, δεν ήξερα πως είχα το δικαίωμα να μη μ’ αρέσει, να μη θέλω, να μην είμαι αναγκασμένη να δέχομαι όποιον με πλησίαζε. Η καλύτερη περίπτωση για μένα εκείνες τις μέρες ήταν να ελπίζω ότι ο κάθε ενδιαφερόμενος θα έλεγε στα γρήγορα ό,τι ήταν αυτό που νόμιζε ότι ήταν φιλικό κι ευγενικό να πει, κι ύστερα θα ‘φευγε · ή να καταφέρω να φύγω εγώ, ευγενικά και στα γρήγορα, με την πρώτη ευκαιρία.»


Μια δυνατή γυναικεία φωνή από αυτές που τόσο έχει ανάγκη η λογοτεχνία. Και τονίζω το γυναικεία γιατί σε αυτό το βιβλίο το φύλο της αφηγήτριας καθορίζει άμεσα το ύφος του βιβλίου. Η φωνή της -κοπέλας που διαβάζει περπατώντας-, της αφηγήτριας δηλαδή είναι μια φωνή αυθεντική που αναβλύζει μέσα από μια πηγαία αλλά και συνειδητοποιημένη θέαση του κόσμου, η οποία εμφανίζεται ανέγγιχτη από τις κοινωνικές επιρροές που πολλές φορές καταδικάζουν τις ίδιες τις γυναίκες να γίνουν φορείς της ίδιας τους της καταπίεσης. (βλέπε Bourdieu -Η ανδρική Κυριαρχία). Αυτό που κάνει την αφηγήτρια στόχο μέσα στην κοινωνία που ζει είναι η απόλυτη ανοσία της στις κοινωνικές φωνές που την καταδιώκουν σαν αποπροσανατολισμένες ερινύες. Φωνές που καθώς είναι τόσο διαφορετικές από την δική της μπορούν απλώς να δημιουργούν μια αδύναμη παραφωνία, μόνο προσωρινά απειλητική. 

Το σκηνικό της πλοκής, χωρίς αυτό να αναφέρεται ξεκάθαρα στο βιβλίο, παραπέμπει στην Ιρλανδία της δεκαετίας του εβδομήντα, την εποχή των «Ταραχών» (The troubles) όταν ο ΙΡΑ μεσουρανούσε και οι προτεστάντες με τους καθολικούς βρισκόντουσαν στα μαχαίρια. Παρόλα αυτά δεν έχει σημασία αν η χώρα που υπονοείται σε αυτό το βιβλίο είναι αυτή ή οποιαδήποτε άλλη χώρα, που βρίσκεται σε έντονο διχασμό και αμφισβήτηση της κρατικής εξουσίας, σημασία έχει ότι στο βιβλίο περιγράφεται μια κοινωνία στην οποία ο φανατισμός είναι ο βασικός αλλά όχι ο μόνος εχθρός, γιατί κάτω από αυτόν αναπτύσσονται και περνάνε απαρατήρητες όλες οι παθογένειες των κλειστών κοινωνιών όπως το κουτσομπολιό, οι φήμες, η κατακραυγή των ελεύθερων πνευμάτων και φυσικά ο περιορισμός στον αυτοκαθορισμό της γυναικείας υπόστασης. 

Η συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί ονόματα αλλά περιγραφές για τους χαρακτήρες που εμφανίζονται στο βιβλίο, με τον ίδιο τρόπο που οι ινδιάνοι ονομάτιζαν τους εαυτούς τους βάσει των βασικών χαρακτηριστικών τους ή των γεγονότων που τους έχουν συμβεί. Μέσα σε αυτή τη περίεργη ονοματοδοσία η Anna Burns μας παρουσιάζει από την πρώτη παράγραφο του βιβλίου τον «Γαλατά», τον άνθρωπο που αποτελεί την ύπουλη απειλή για την κοπέλα που περπατάει διαβάζοντας, μια απειλή όμως η οποία δεν μπορεί να καθοριστεί ακριβώς, δεν μπορεί να περιγραφεί και κατ’ επέκταση δεν μπορεί να ορισθεί επίσημα ως απειλή, καθώς δεν υπάρχει τίποτα χειροπιαστό που να την χαρακτηρίζει. Η αφηγήτρια ζει από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου κάτω από την επήρεια της απειλής αυτής χωρίς να μπορεί να μοιραστεί αυτήν την κατάσταση με κανένα.

Ο «Γαλατάς» μπορεί να είναι όλη η κοινωνία. Σίγουρα ο «Γαλατάς» δεν θα μπορούσε να υπάρχει χωρίς την συναίνεση της υπόλοιπης κοινωνίας, είναι δημιούργημα της και καμάρι της. Η Anna Burns σαν ένας θηλυκός Κάφκα, πλέκει τον ιστό που δένει όλο και περισσότερο την αφηγήτρια στα δίχτυα μιας εφιαλτικής κοινωνικής κατακραυγής χωρίς να έχει υπάρξει ουσιαστική αιτία άλλη εκτός από την διαφορετικότητα του χαρακτήρα της. «Αυτό που δεν τους δίνεις θα το δημιουργήσουν μόνοι τους» προειδοποιεί κάποια στιγμή την αφηγήτρια η -πιο μακροχρόνια φίλη-(longest friend). «Διαβάζεις ολόκληρα βιβλία περπατώντας, κρατάς σημειώσεις σαν να βρισκόσουν στο γραφείο σου». Μέσα από την πλοκή και την περιγραφή των διαφόρων χαρακτήρων που εμφανίζονται στο βιβλίο, διαγράφεται σιγά σιγά το προφίλ μιας κοινωνίας που λυγίζει κάτω από τους προσωπικούς περιορισμούς, τα στερεότυπα, την ανία, και πάνω από όλα από τον φόβο ενός καθρέφτη που θα τους κάνει να δουν ποιοι πραγματικά είναι. 

Το βιβλίο αποτελεί μια γροθιά στο στομάχι και μια λογοτεχνική αποκάλυψη τόσο για την πρωτοτυπία και την φρεσκάδα του αφηγηματικού λόγου της Anna Burns που καθηλώνει ολοκληρωτικά τον αναγνώστη όσο και για την πολιτική και κοινωνική ματιά που εμπεριέχεται σε αυτήν την αφήγηση, την οποία χαρακτηρίζει συγχρόνως η διεισδυτικότητα σε δύσκολα θέματα όπως αυτά της γυναικείας ταυτότητας, της κοινωνικής ένταξης και των πολιτικών και θρησκευτικών φρονημάτων αλλά και η ποιητική ματιά και ο χρωματισμός όλου του ψυχολογικού φάσματος των συναισθημάτων της ηρωίδας χωρίς αυτά να περιγράφονται όμως πουθενά! 

Τέλος, να παρατηρήσω ότι η αφήγηση σε πολλά σημεία κυλάει απόλυτα θεατρικά. Σκηνές ολόκληρες του βιβλίου μένουν στον αναγνώστη ως εικόνες κινούμενες, κινηματογραφικές. Οι γυναίκες ως «χορός» σώζουν τον «αληθινό γαλατά από τα χέρια των «εθνικιστών» (renouncers), δύο άντρες παλεύουν σιωπηλά στο παρασκήνιο καθώς η πλοκή συνεχίζεται, το αυτοκίνητο του «Γαλατά» κυλάει αθόρυβα στην άσφαλτο και ο ίδιος εμφανίζεται και εξαφανίζεται σαν μην υπήρχε ποτέ. 

Όμως ο «Γαλατάς» είναι ο πιο πραγματικός από όλους. Και θα υπάρχει ακόμα και όταν θα έχει για πάντα εξαφανιστεί. 

Να το διαβάσετε οπωσδήποτε.

«Ακόμα και τότε, παρόλο πια που στον ουρανό έβλεπα περισσότερα από τα τρία αποδεκτά ουράνια χρώματα ‒το γαλανό (του ουρανού της μέρας), το μαύρο (του ουρανού της νύχτας) και το άσπρο (σύννεφα)‒, ακόμα και τότε κράτησα το στόμα μου κλειστό. Και τώρα δεν το παραδέχονταν ούτε οι άλλοι στην τάξη ‒ όλοι τους μεγαλύτεροι από μένα, κάποιοι μάλιστα τριαντάρηδες και βάλε. Ήταν η σύμβαση: να μην παραδέχεται κανείς λεπτομέρειες, γιατί η παραδοχή τέτοιων λεπτομερειών θα σήμαινε επιλογή, και η επιλογή θα σήμαινε ευθύνη, και ευθύνη θα σήμαινε βάρος... Κι αν, τελικά, δεν μπορούσαμε να το σηκώσουμε αυτό το βάρος; Αν δεν καταφέρναμε να τα βγάλουμε πέρα με τις συνέπειες στην περίπτωση που θα βλέπαμε περισσότερα απ' όσα μπορούσαμε να κουμαντάρουμε; Ακόμα χειρότερα: τι θα κάναμε αν ήταν ωραίο, ό,τι κι αν ήταν αυτό, αν μας άρεσε, αν το συνηθίζαμε και το χαιρόμασταν, αν φτάναμε να το 'χουμε ανάγκη ‒ κι ύστερα το χάναμε ή μας το παίρνανε και δεν μας το ξαναδίνανε ποτέ; Καλύτερα να μην το δοκιμάσουμε καθόλου, αυτό ήταν το συναίσθημα που υπερίσχυσε, κι έτσι το γαλανό ήταν το χρώμα που θα είχε ο ουρανός μας»


Ο Γαλατάς -Anna Burns
μετάφραση Αγγελίδου Μαρία
εκδ Gutenberg

Milkman - Faber & Faber


Monday, January 27, 2020

Fernando Aramburu - Πατρίδα


Διαπίστωσε: Για να ζητήσεις συγγνώμη, απαιτείται περισσότερη παλικαριά πάρα για να πυροβολήσεις με ένα όπλο, πάρα για να ενεργοποιήσεις μία βόμβα. Αυτό το κάνει ο καθένας.

(Πατρίδα: Η φυλακή σου, η φυλακή μου)



Διάβασα πρόσφατα το βιβλίο «Πατρίδα» του Αραμπούρου, ένα βιβλίο το οποίο έκανε τρελές πωλήσεις στην Ισπανία, γραμμένο στα βασκικά και μεταφρασμένο στα καστιλιάνικα, ακολουθώντας την τάση των τελευταίων δεκαετιών να προτιμάται από τους Βάσκους συγγραφείς η βασκική γλώσσα της καστιλιανικής (επίσημης ισπανικής) με σκοπό τη στήριξη και την προστασία της βασκικής κουλτούρας. 

Ο Αραμπούρου καταπιάστηκε με ένα θέμα ταμπού για τη βασκική κοινωνία (πιο ταμπού και από το δικό μας εμφύλιο), τη δράση της οργάνωσης ΕΤΑ, εξετάζοντας το μέσα από τις προσωπικές ζωές δύο οικογενειών που ζουν σε ένα μικρό χωριό κοντά στο Σαν Σεμπαστιάν. Εν τάχει και χωρίς κίνδυνο spoiler αφού ο αναγνώστης καταλαβαίνει από την αρχή το ποιος είναι αυτός που θα πεθάνει, περιγράφω την πλοκή. Ο Αραμπούρου παρακολουθεί από κοντά δύο οικογένειες με πολύ στενές φιλικές σχέσεις μεταξύ τους οι οποίες θα βρεθούν στις διαμετρικά αντίθετες θέσεις του θύματος και του θύτη. Ο γιος της μίας οικογένειας εισχωρεί στους κόλπους της ΕΤΑ ενώ ο πατέρας της άλλης εκβιάζεται και δολοφονείται από αυτή. Φυσικό και επόμενο να διαταραχθούν οι δεσμοί μεταξύ των δύο οικογενειών, αυτό το περιμένει ο αναγνώστης, αυτό όμως που δεν περιμένει είναι το πώς η οικογένεια του θύματος θα βρεθεί ενοχοποιημένη και διωγμένη από το ίδιο της τον τόπο ως εχθρός του βασκικού κινήματος. Χρησιμοποιώντας, σύμφωνα με την γνώμη μου, υπερβολικά σχηματοποιημένες καταστάσεις και χαρακτήρες, ο Αραμπούρου περνάει όντως το μήνυμα του, ο αναγνώστης καταλαβαίνει τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι νέοι μετά την πτώση του Φράνκο και πριν την διακοπή των τρομοκρατικών εκτελέσεων της ΕΤΑ το 2011, μεγαλώνοντας σε κοινωνίες οι οποίες όχι απλώς αποδεχόντουσαν τη δολοφονική δράση της ΕΤΑ αλλά και καταδίκαζαν την αποχή από αυτή έχοντας την υποστήριξη σε αυτό ακόμα και της εκκλησίας. Στο βιβλίο γίνεται ξεκάθαρη η κοινωνική πίεση υπέρ της ανάληψης δράσης. Οι νέοι έπρεπε να αποδείξουν ότι υποστήριζαν τη βασκική ταυτότητα τους, αλλιώς κινδύνευαν να στοχοποιηθούν ως προδότες της πατρίδας τους. Η ζωή στο χωριό περιγράφεται ως κλειστοφοβική και χωρίς διέξοδο διαφυγής. Όλοι πρέπει να διαλέξουν μεριά. 

Το βιβλίο είναι γραμμένο με τρόπο που δεν το αφήνεις εύκολα από τα χέρια σου. Μικρά κεφάλαια που μεταφέρουν τον αναγνώστη μπρος και πίσω χρονικά χωρίς όμως να υπάρχει δυσκολία προσανατολισμού. Η ανάγνωση του βιβλίου είναι πολύ εύκολη. Σε κάποιες σελίδες σκεφτόμουν ότι παραείναι εύκολη. Διαβάζοντας το βιβλίο όλο περισσότερο υποψιαζόμουν ότι ο συγγραφέας πρέπει να έκανε πρώτα ένα πλάνο με το τι ακριβώς ήθελε να πει πάνω στο θέμα της ΕΤΑ και μετά να έχτισε τους χαρακτήρες του και την πλοκή έτσι ώστε να εξυπηρετεί αυτό το πλάνο. Μου φάνηκαν όλα υπερβολικά υπολογισμένα. Τίποτα δεν χαλούσε την ομοιομορφία του επιχειρήματος. Όταν το διάβαζα, ένοιωθα ότι ξέρω τι θα διαβάσω στο επόμενο κεφάλαιο. Παρόλα αυτά το βιβλίο με έκανε να θέλω να διαβάσω και το επόμενο κεφάλαιο. Συμπέρασμα για εμένα. Προικισμένος συγγραφέας αλλά χωρίς την απαραίτητη ψυχή που δημιουργεί ένα αριστούργημα. 

Όσον αφορά τη θέση που παίρνει ο συγγραφέας σχετικά με το φαινόμενο ΕΤΑ, θεωρώ ότι ναι μεν προσπαθεί να διατηρήσει μια ισορροπία αναλύοντας τους λόγους που πολλοί εντάχθηκαν σε αυτήν την οργάνωση δείχνοντας παράλληλα και την βαρβαρότητα και κρυφή δράση της αστυνομίας που παραπέμπει στο σκοτεινό φασιστικό παρελθόν της Ισπανίας, δεν εμβαθύνει όμως όσο θα έπρεπε. Ο επίσης Βάσκος συγγραφέας Ramon Saizarbitoria τον κατηγορεί ότι περιγράφει μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις αιτίες που συντέλεσαν στην δημιουργία του συγκεκριμένου αυτονομιστικού κινήματος, επί δικτατορίας Φράνκο (το 1959), όταν το να είσαι Βάσκος ήταν από μόνο του παράνομο και η ΕΤΑ αποτελούσε τον μόνο δρόμο για όσους ήθελαν να διατηρήσουν τα πολιτιστικά δικαιώματα τους και την εθνική τους κληρονομιά. 

Ο Ramon Saizarbitoria, που ανέφερα πιο πάνω, από τους πρώτους συγγραφείς που έγραψαν τα βιβλία τους στα βασκικά κατηγορήθηκε ότι στο βιβλίο του 100 metros (το οποίο γράφτηκε το 1972 αλλά εκδόθηκε το 1976 μετά τον θάνατο του Φράνκο και περιγράφει τη σύλληψη και δολοφονία ενός μέλους της ΕΤΑ) υποστηρίζει την τρομοκρατία της ΕΤΑ. Ο ίδιος σχολιάζει σε μια συνέντευξη του ότι πρέπει κανείς να κρίνει ένα ιστορικό φαινόμενο τοποθετώντας το μέσα στο ιστορικό πλαίσιο το οποίο το δημιούργησε και το οποίο αποτέλεσε το πεδίο δράσης του. Σύμφωνα πάντα με τον Saizarbitoria η οργάνωση ΕΤΑ δεν ήταν η ίδια όταν δρούσε ενάντια στην καταστολή του Φράνκο και η ίδια όταν έφτασε να εκτελεί ακόμα και δικούς της ανθρώπους σε περίπτωση που αυτοί αποφάσιζαν να αφήσουν τον ένοπλο αγώνα. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στην γέννηση της ήταν μια οργάνωση που είχε απέναντι της ένα φασιστικό και όχι ένα δημοκρατικό καθεστώς όπως έγινε αργότερα. (El Diario, Las victimas han tenido un comportamiento impeccable de Aitor Guenaga). Στα πρόσφατα βιβλία του Martutene και La Educacion den Lili (το τελευταίο αναφέρεται περισσότερο στον ισπανικό εμφύλιο) τα οποία δυστυχώς δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά (αλλά μπορεί να τα βρει κάποιος μεταφρασμένα στα αγγλικά) ο Saizarbitoria κάνει νίξη στο αίσθημα ενοχής των Βάσκων το οποίο πολλές φορές αλληλοεπιδρά με το αίσθημα περηφάνιας που νιώθουν για την αντίσταση του λαού τους ενάντια στο φασιστικό κράτος του Φράνκο και για το έθνος τους γενικότερα. Στα βιβλία του περιγράφεται πιο ξεκάθαρα από ότι στο βιβλίο του Αραμπούρου, η πολυπλοκότητα των καταστάσεων που βίωσαν οι Βάσκοι την εποχή της δράσης της ΕΤΑ, και εξετάζονται πολύπλευρα τα συναισθήματα που δημιουργήθηκαν ακόμα και στη γενιά που δεν έζησε παρά μόνο έμμεσα, μέσα από τα βιώματα των δικών τους, τα τραύματα της τρομοκρατίας και την αίσθηση της συλλογικής ενοχής. Να θυμηθούμε ότι τα πρώτα χρόνια της δράσης της ΕΤΑ πολλοί ευρωπαίοι διανοούμενοι (όπως ο Sartre) την υποστήριξαν. Ότι επίσης πολλοί υποστηρικτές της ΕΤΑ έδωσαν μεγάλο αγώνα κατά του φασισμού με αποτέλεσμα να μην είναι ξεκάθαρο, κατά την πάροδο των χρόνων, το ποιοι είναι οι κακοί και ποιοι οι καλοί. Πολλοί Βάσκοι που υποστήριξαν αρχικά την οργάνωση δυσκολεύτηκαν να απαλείψουν τις ενοχές τους όταν κατά την διάρκεια των ετών η οργάνωση μετεξελίχθηκε από μια αυτονομιστική σοσιαλιστική οργάνωση ενάντια στην επιβολή ενός φασιστικού καθεστώτος σε μία καθαρά τρομοκρατική. 

Μπορεί να αδικώ τον Αραμπούρου επειδή έτυχε να διαβάσω πρώτα τα βιβλία του Saizarbitoria τα οποία αγάπησα. Μπορεί επειδή με εξιτάρουν πιο πολύ οι όποιες ατέλειες στο στήσιμο των βιβλίων του Saizarbitoria σε σχέση με το άψογο στήσιμο του Αραμπούρου. Μπορεί επειδή μου άρεσε να διαβάζω στο Martutene μια εκτεταμένη συζήτηση μεταξύ δύο χαρακτήρων του για την αισθητική στο τσάι που κατάληγε στον προβληματισμό του αν είναι πιο σωστό να βουτάς πρώτα το τσάι στο ζεστό νερό ή πρώτα να χύνεις μέσα το ζεστό το γάλα. Μπορεί τέλος επειδή στο βιβλίο του Saizarbitoria αισθάνθηκα τους χαρακτήρες περισσότερο «ανθρώπινους» και λιγότερο «χαρακτήρες». 

Θα σύστηνα στους αναγνώστες που έχουν την δυνατότητα να διαβάσουν βιβλία στην αγγλική ή ισπανική γλώσσα και ενδιαφέρονται για την σύγχρονη ιστορία αυτής της περιοχής, να διαβάσουν και τον Αραμπούρου και τον Saizarbitoria. Τα βιβλία και των δύο προσφέρουν μια αρκετά ενδιαφέρουσα διείσδυση στην κοινωνία και την ψυχολογία του βασκικού λαού. 

Στα ελληνικά το βιβλίο η Πατρίδα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πολιτεία (2018) σε μετάφραση της Σπερελάκη Τιτίνας.


https://www.nybooks.com/daily/2018/05/03/the-end-of-etas-era/

https://www.wordswithoutborders.org/book-review/martutene-by-ramon-saizarbitoria-carolyn-silveira

https://www.eldiario.es/norte/euskadi/victimas-comportamiento-impecable_0_598440703.html







Monday, January 6, 2020

Mercè Rodoreda - Πλατεία Διαμαντιού


«Το κοχύλι ήταν στη μέση της κονσόλας, ήταν σαν να το άκουγα μ’ εκείνον τον ήχο της θάλασσας μέσα… ουουου… ουουου… και σκέφτηκα ότι ίσως αν δεν το έβαζες στο αυτί σου να μην ακουγόταν τίποτε από μέσα κι ότι αυτό δεν θα μπορούσες να το μάθεις ποτέ: αν μέσα στο θαλασσινό κοχύλι ακούγονταν κύματα όταν στην είσοδο της τρύπας δεν υπήρχε κανένα αυτί.» 


Η «Πλατεία Διαμαντιού», νουβέλα που εκδόθηκε το 1962, γραμμένη από την καταλανή συγγραφέα Μερσέ Ροδορέδα μεταφράστηκε στα ελληνικά και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Καστανιώτη μόλις το 2019. To 1983, o Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες έγραφε για τη Μερσέ: «Απ’ ότι φαίνεται, λίγοι εκτός Καταλονίας ξέρουν ποια ήταν αυτή η αόρατη γυναίκα που έγραφε, σε εξαιρετικά καταλανικά, όμορφα και σκληρά μυθιστορήματα που όμοια τους δεν βρίσκει κανείς εύκολα στις μέρες μας». 

Και όντως από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου οσμίζεσαι τη δύναμη του. Η Ναταλία, μόλις τελειώνει τη βάρδια της από τη δουλειά σε ένα ζαχαροπλαστείο, συνοδεύει τη φίλη της Ζουλιέτα σε έναν χορό. Είναι κουρασμένη και δεν θέλει ιδιαίτερα να πάει, αλλά δυσκολεύεται πάντα να αρνείται χάρες στους ανθρώπους. Η ευαίσθητη Ναταλία εκείνο το βράδυ θα γνωρίσει τον μελαχρινό, με τα μάτια πιθήκου Κιμέτ, και θα μετονομαστεί από αυτόν σε Κολομέτα (το μικρό περιστέρι), συμβολικό όνομα το οποίο συνδέεται άμεσα με τη μετέπειτα πλοκή αφού ο Κιμέτ θα μεταμορφώσει το μελλοντικό τους σπίτι σε περιστερώνα, φέρνοντας των κόσμο των πουλιών μέσα στον κόσμο των ανθρώπων. Ο Κιμέτ με την αποφασιστικότητα του μπαίνει σαν σίφουνας στην ζωή της Ναταλίας/Κολομέτα και η Μερσέ Ροδορέδα μας περιγράφει με τον ποιητικό της λόγο την κατάσταση που βιώνει η Κολομέτα από εκείνη την στιγμή και πέρα, από την εποχή της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας, την περίοδο δηλαδή πριν τον εμφύλιο μέχρι και αρκετά χρόνια μετά από αυτόν. 

Η διήγηση είναι σε πρώτο πρόσωπο. Διαβάζουμε τον σπαρακτικό συνειρμικό μονόλογο της Κολομέτα, η αθωότητα του οποίου κάνει τον αναγνώστη να χωνεύει πιο δύσκολα τη σκληρή πραγματικότητα που βιώνει η ηρωίδα. Η αντίθεση ανάμεσα στις λυρικές περιγραφές της Μερσέ και στο σκληρό αντικείμενο αυτών των περιγραφών δημιουργεί ένα ακαταμάχητο κείμενο, το οποίο καλεί τον αναγνώστη να αμφιταλαντεύεται συνεχώς ανάμεσα στην απόλαυση που αντλεί από αυτήν την καθαρή τέχνη της γραφής και στην ανείπωτη λύπη που προκαλούν οι καταστάσεις που αντιμετωπίζει η Κολομέτα. 

Η Μερσέ Ροδορέδα καταφέρνει σε αυτό το βιβλίο να μεταφέρει στον αναγνώστη την εξωτερική πραγματικότητα μέσα από τα μάτια και την συνείδηση της ηρωίδας της, εμπλουτίζοντας έτσι αυτή την πραγματικότητα με τις σκέψεις, τους φόβους, τις αντιλήψεις και την απελπισία των ανθρώπων που την έζησαν. Η Κολομέτα είναι μια μικρή κοπέλα που παραδίδεται στο κύμα της ζωής χωρίς να ξέρει τι την περιμένει, χωρίς να έχει κανέναν να τη συμβουλέψει, με μοναδικό οδηγό το ένστικτο και με την αδυναμία της να λέει όχι. Η ανίσχυρη μικρή αυτή κοπέλα μου φάνηκε τεράστια στο τέλος του βιβλίου, σαν όλο αυτό που πέρασε, να μπήκε μέσα της και να την φούσκωσε, σαν ένα μπαλόνι γεμάτο ήλιον, που πετάει στον ουρανό χωρίς να μπορεί κανείς να το σταματήσει. Το κορίτσι που ο Κιμέτ μπορούσε να διαβάσει σαν ανοιχτό βιβλίο έγινε δυσπρόσιτο ακόμα και για τον προσεκτικό αναγνώστη. Κάθε σκέψη, κάθε φόβος έγραψε πάνω της αυτό το βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί. Εμένα με άγγιξε βαθιά. 




«Το απόγευμα πήγα να δω την κυρία Ενρικέτα και μου είπε ότι είχαμε ήδη κάνει ένα βήμα μπροστά και ότι ήταν σίγουρη ότι θα είχαμε ξανά βασιλιά. Μου έδωσε μισό αντίδι. Και ζούσαμε. Ακόμα ζούσαμε. Δεν ήξερα τίποτα απ’ όσα συνέβαιναν μέχρι που μια μέρα η κυρία Ενρικέτα ήρθε να μου πει ότι ήξερε σίγουρα πως είχαν τουφεκίσει τον Ματέου στη μέση της πλατείας, κι όταν τη ρώτησα στη μέση ποιας πλατείας γιατί δεν ήξερα τι να πω, είπε στη μέση μιας πλατείας αλλά δεν ήξερε στη μέση ποιας πλατείας, ναι, ναι, είναι αλήθεια, τους τουφεκίζουν όλους στη μέση μιας πλατείας. Ο δυνατός πόνος δεν βγήκε από μέσα μου μέχρι που πέρασαν πέντε λεπτά και είπα χαμηλόφωνα, θαρρείς και η ψυχή μόλις είχε πεθάνει μες στην καρδιά, αυτό δεν… αυτό δεν… Γιατί δεν γινόταν να έχουν τουφεκίσει τον Ματέου, εκεί στη μέση μιας πλατείας. Δεν ήταν δυνατόν! Κι η κυρία Ενρικέτα μου είπε ότι αν ήξερε πως θα το έπαιρνα τόσο άσχημα και θα χλόμιαζα τόσο στο πρόσωπο δεν θα μου είχε πει τίποτα.» 



Μετάφραση από τα καταλανικά: Ευρυβιάδης Σοφός
εκδ Καστανιώτη

Friday, December 27, 2019

Geir Gulliksen -The story of a Marriage (Η ιστορία ενός γάμου)


Η ιστορία ενός γάμου αποτελεί ένα μικρό σε αριθμό σελίδων βιβλίο που περιγράφει μια σχέση και την διάλυση της, όταν αυτή αντί να περικλείει το σύμπαν του ζευγαριού που την δημιούργησε αρχίζει να εμπεριέχει και ένα τρίτο άτομο, έναν άλλον άνθρωπο με το δικό του σύμπαν, με τις δικές του επιθυμίες, ο οποίος διαταράσσει αυτήν την τόσο ευαίσθητη ισορροπία που αποκαλούμε γάμο. 

Ο Gulliksen περιγράφει με ακρίβεια χειρουργού τα στάδια που περνάει η σχέση όταν η Torri γνωρίζει στην δουλειά της έναν άλλο άντρα και έλκεται από αυτόν. Το πρόβλημα δεν είναι η σεξουαλική επαφή, το πρόβλημα είναι η απώλεια του χώρου εκείνου στον οποίο μπορούν να βρεθούν μόνο ο Jon και η Torri, αυτή η προστατευμένη περιοχή στη οποία κανείς δεν μπορεί να εισβάλει, η οποία τρέφει την αίσθηση της ασφάλειας, της μοναδικότητας και της αποκλειστικότητας του κοινού τους κόσμου. Ο Jon νομίζει στην αρχή ότι αυτό δεν το χάνει όσο μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τον Gunnar (τον τρίτο άνθρωπο) μέσα στην αφήγηση της ημέρας. Αισθάνεται ότι μπορεί ακόμα και να κάνει καλό στην σχέση τους η ανάμιξη ενός τρίτου, που θα ξυπνήσει την επιθυμία που κινδυνεύει να χαθεί μέσα στην καθημερινότητα της οικογένειας. Στο μυαλό του όμως έχει ότι αυτό θα γίνει με τους δικούς του όρους μέσα στη δυαδική σχέση στην οποία ανήκουν. Ο Gunnar μπορεί να τους προσφέρει κάτι μόνο αν λειτουργήσει ως εργαλείο, μόνο αν χρησιμοποιηθεί από αυτούς, όχι αν υπάρξει ισότιμα δίπλα τους δημιουργώντας την δική του αφήγηση έξω από την σχέση του αρχικού ζευγαριού. 

Στη νουβέλα του Gulliksen απουσιάζει εντελώς το ηθικοπλαστικό στοιχείο. Αυτό που αναλύεται είναι οι σχέσεις ως συνδυασμένο αποτέλεσμα πολύπλοκων ψυχικών διεργασιών και τυχαίας συνεύρεσης. Δεν αφήνει τον αναγνώστη να αγνοήσει το γεγονός ότι η επιλογή του συντρόφου μας είναι μια, ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλες και αυτή η μια δεν αποκλείει τις άλλες παρά μόνο χρονικά, η μία προλαβαίνει την άλλη, θα μπορούσαν να υπάρχουν πολλοί κατάλληλοι σύντροφοι για εμάς, θα μπορούσε να μπλοκάρει εντελώς η ικανότητα μας να επιλέξουμε αν αυτοί οι υποψήφιοι σύντροφοι βρισκόντουσαν στον δρόμο μας συγχρόνως χωρίς να αφήνουν τον χρόνο να κάνει έστω μια βασική επιλογή. 

Στην «Ιστορία ενός γάμου» γίνεται ανατριχιαστικά ξεκάθαρο πως η αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεων μέσα σε μια σχέση μπορεί να φέρει τον «χαμένο του παιχνιδιού» σε απελπισία, αναποδογυρίζοντας τον κόσμο του και βρίσκοντας τον πεσμένο κάτω, ανίκανο να σηκωθεί, ανίκανο να λειτουργήσει λογικά όταν βλέπει ότι δεν είναι πια πρώτος, ότι είναι δεύτερος, τρίτος, τελευταίος, ότι ο άνθρωπος που αποτελούσε για εκείνον σημείο αναφοράς δεν είναι πια, δεν υπάρχει πια για αυτόν, πάει τέλειωσε αυτό, τώρα είναι μόνος, σε απόλυτη ανάγκη επαναπροσδιορισμού. Ότι το σώμα που είχε δίπλα του, έχει εξαφανιστεί, όλα αυτά γινόντουσαν σε ένα άλλο σύμπαν, το οποίο πλέον έχει εντελώς χαθεί. Όλα είναι ρευστά και όλα είναι πιθανά. Πόσο όμορφα ήταν όταν ήταν βαθιά μέσα της και δεν υπήρχε τίποτα άλλο έξω από αυτούς! 

Ο Gulliksen καταργεί την ατομικότητα των δύο μελών του ζευγαριού περιγράφοντας την κατάσταση μέσα από το στόμα του Jon, σαν να είναι παρών στις συναντήσεις της Torri με τον Gunnar. Ο Jon μας περιγράφει αυτά που βλέπει, αισθάνεται και σκέφτεται η Torri. Οι γραμμές διαχωρισμού του ενός από τον άλλον είναι τόσο λεπτές ώστε ο επαναπροσδιορισμός τους είναι ανελέητα επίπονος, όσο επίπονος είναι ένας σωματικός ακρωτηριασμός. Χωρίς υπερβολές, χωρίς συναισθηματισμούς ο Gulliksen βάζει τον αναγνώστη στο κέντρο μιας δυνατής εσωτερικής δίνης και δεν τον αφήνει να ξεχάσει ότι το κενό της ύπαρξης μας γεμίζει πάντα με αυτό ακριβώς που έχει την δύναμη να την καταστρέψει.

Μετάφραση από τα Νορβηγικά Deborah Dawkin εκδ Hogarth

Το βιβλίο κυκλοφορεί και στα ελληνικά σε μετάφραση του Σουλιώτη Σωτήρη εκδ Ποταμός



Friday, November 1, 2019

Karl Ove Knausgaard - My Struggle (The End 6)

Τη γνωριμία μου με τον Knausgaard την έκανα πριν από μερικά χρόνια με το βιβλίο του «Ένας θάνατος στην οικογένεια», που αποτελεί και το πρώτο βιβλίο του εξάτομου αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος του με τίτλο «Ο αγώνας μου», το οποίο έφτασε στα χέρια μου τυχαία και μου άρεσε από τις πρώτες κιόλας. σελίδες. Το βιβλίο του αυτό όπως και τα επόμενα της σειράς πούλησαν σαν τρελά. Ο Knausgaard αποτελεί τη ζωντανή απόδειξη για το πως κάποιος μπορεί από την μια στιγμή στην άλλη να γίνει celebrity στον χώρο του βιβλίου, αποτελώντας εκδοτικό φαινόμενο χωρίς να θεωρηθεί απαραίτητα φτηνός, ευπώλητος ή ελαφρύς. 


Ο Knausgaard κατάφερε να διχάσει τους κριτικούς, έχοντας κάποιους στο πλευρό του να υποστηρίζουν ότι τα βιβλία του αποτελούν λογοτεχνική πρωτοπορία, και άλλους να τον κατακριμνήζουν. Ο λόγος για όλα αυτά είναι ότι ο Knausgaard, έγραψε ένα βιβλίο σε συνέχειες περιγράφοντας με κάθε λεπτομέρεια τη ζωή του, από την παιδική του ηλικία μέχρι την ώρα που έφτανε στο τυπογραφείο η τελευταία σελίδα αυτού του έργου του. Ένα βιβλίο χωρίς ξεκάθαρη λογοτεχνική αξία και χωρίς μυθοπλασία. Ένα βιβλίο απόλυτα ρεαλιστικό. Θα μπορούσε το ενδιαφέρον των αναγνωστών να αποτελεί άλλη μια απόδειξη για την ακόρεστη ανάγκη του κόσμου να παρακολουθεί από την κλειδαρότρυπα τη ζωή των άλλων, όπως συμβαίνει και με τις τηλεοπτικές παραγωγές τύπου Big Brother. Ο Knausgaard στο βιβλίο του εκθέτει όλες τις κουτσομπολίστικες λεπτομέρειες της ζωής του στο κοινό. Γι’ αυτόν τον λόγο προκάλεσε και αντιδράσεις από τους κοντινούς του ανθρώπους αλλά και από τους κριτικούς για το πόσο ηθικό είναι να δημοσιοποιείς τόσα πολλά προσωπικά στοιχεία και περιστατικά από τη ζωή των ανθρώπων με τους οποίους είχες κατά καιρούς περισσότερες ή λιγότερες σχέσεις. Το βιβλίο του δεν αποτελεί ακριβώς ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα ούτε μπορεί να ενταχθεί στη μυθιστορηματική βιογραφία (Roman a clef), γιατί του λείπει το μυθοπλαστικό πέπλο που πέφτει πάνω σε αντίστοιχα μυθιστορήματα και το οποίο αλλοιώνοντας την πραγματικότητα τη μετατρέπει σε λογοτεχνικό αφήγημα προστατεύοντας έτσι την ιδιωτικότητα των ηρώων-προσώπων που αναφέρονται σε αυτό. 


Το κεντρικό σημείο του «Αγώνα» είναι η φιγούρα του πατέρα του Knausgaard και η σχέση του με αυτόν. Αυτός είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από τη μαραθώνιά αυτή αφήγηση, αυτός κατευθύνει τις σκέψεις του Knausgaard, αυτός διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του, τις εμμονές του, τους φόβους, τον αντικοινωνικό χαρακτήρα του, αυτός άφησε αυτό το κενό που όλοι οι συγγραφείς παλεύουν να γεμίσουν με κάτι. Άρα κατά κάποιο τρόπο ο Knausgaard οφείλει αυτό το βιβλίο στον πατέρα του, τον άντρα που του δημιούργησε τόσο θυμό μόνο και μόνο επειδή δεν ήταν κάποιος άλλος, κάποιος που θα είχε κάνει τον Knausgaard να είναι ένας άνθρωπος πιο συνηθισμένος, πιο εφησυχασμένος, πιο σίγουρος για αυτό που είναι ώστε να μην έχει ανάγκη αυτό το εξάτομο βιβλίο για να απαλλαγεί μέσα από τη διήγηση από τις ενοχές και τη ντροπή για τα συναισθήματα του απέναντι του.


Το βιβλίο ξεκινάει με τον θάνατο του πατέρα του και συνεχίζεται ανάποδα, με τη ζωή του πατέρα του μέσα στην οικογένεια. Με τη ζωή του μικρού Karl Ove (Knausgaard). Έξι τόμοι γεμάτοι λεπτομέρειες από την ζωή ενός συγγραφέα που πριν από λίγα χρόνια δεν γνωρίζαμε καν την ύπαρξη. Σελίδες και σελίδες με ανεξάντλητες περιγραφές μικρών και φαινομενικά ανούσιων περιστατικών και γεγονότων, περιγραφές και των παραμικρών κινήσεων του συγγραφέα, από το άναμμα του τσιγάρου του μέχρι το πλύσιμο του προσώπου του στο πατρικό του σπίτι. Λεπτομέρεια μετά τη λεπτομέρεια που όμως αντί να κάνει την ανάγνωση του βιβλίου βαρετή, το διανθίζει βάζοντας τον αναγνώστη ακριβώς στο κέντρο της πλοκής, δίνοντας του τα κατάλληλα όπλα για να καταλάβει απόλυτα τα συναισθήματα και τις αισθήσεις του συγγραφέα, από το στέγνωμα δηλαδή του στόματος του πριν ακουμπήσουν τα χείλη του την ζεστή κούπα του καφέ μέχρι τον τρόμο του μικρού Karl Ove στη θέα του νερού που φεύγει από τη μικρή τρύπα του νιπτήρα. 


Στις χιλιάδες σελίδες αυτού του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος βλέπουμε τον Karl Ove μικρό, μαθαίνουμε για τους φόβους του, την κοινωνική συστολή του, την αγάπη του για τη μητέρα του, την προβληματική σχέση με τον πατέρα του, την πρώτη του ερωτική επαφή, τις ερωτικές του αποτυχίες, την επικίνδυνη σχέση του με το αλκοόλ, τις μικρότητες της σκέψης του, την ελπίδα του για συγγραφική επιτυχία, τη γνώμη του για τους Σουηδούς, την επικίνδυνη έλξη που του προκαλεί μια έφηβη μαθήτρια του, τον εγωισμό του, τις ανασφάλειες του, τις ικανότητες του ως πατέρας, και πολλές ντροπιαστικές λεπτομέρειες της ζωής του που οι περισσότεροι από εμάς δεν θα ήθελαν να αποκαλυφθούν όσο εκείνοι βρίσκονται εν ζωή. Με την έκδοση του μυθιστορήματος του, η καθημερινότητα του σταμάτησε να του ανήκει. Αυτό για έναν άνθρωπο που αναφέρει ξανά και ξανά το πόσο φοβάται το βλέμμα των τρίτων θα πρέπει να ήταν τρομακτικό. Αλλά πέρα από το τι σήμαινε για εκείνον αυτό το ξεγύμνωμα ολόκληρης της ζωής του μπροστά σε χιλιάδες αναγνώστες αυτό που αξίζει να σχολιάσουμε είναι το γεγονός ότι αυτή η συνηθισμένη ζωή ενός άσημου επίδοξου συγγραφέα, ζωή που δεν διαφέρει σε τίποτα από αυτή του οποιουδήποτε μέσου ανθρώπου, μπόρεσε να στηρίξει έξι τόμους ενός μυθιστορήματος καθηλώνοντας χιλιάδες αναγνώστες μπροστά στις σελίδες του και προκαλώντας αναπάντεχο αριθμό πωλήσεων. 


Ο Knausgaard, καταφέρνει να διηγηθεί στον αναγνώστη μια ιστορία ενός κοινού ανθρώπου, με αρχή, μέση και τέλος μέσα από την περιγραφή όλης της γκάμας των συναισθημάτων των δικών του αλλά και την αίσθηση που έχει για τα συναισθήματα των άλλων. Ξέρει επίσης τι ακριβώς πρέπει να περιγράψει ώστε χωρίς να γίνεται βαρετός να δημιουργεί στο χαρτί το απαραίτητο σκηνικό για την πλοκή του ενώ συγχρόνως ξέρει να μεταμορφώνει τον απόλυτα κοινό και συνηθισμένο μικρόκοσμο του σε άξια λόγου μυθιστοριογραφία. Ακόμα και όταν ο Knausgaard εμφανίζεται υπεροπτικός, έως και αντιπαθής, ο αναγνώστης έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσει τις σκέψεις του οικειοποιώντας τις, και κατά κάποιο τρόπο χρησιμοποιώντας τις για να αποενοχοποιηθεί ο ίδιος. Το βιβλίο αυτό πηγάζει σε μεγάλο βαθμό από τα αισθήματα της ενοχής και της ντροπής του συγγραφέα. Κάθε σελίδα του αποτελεί μια κοπιαστική ανάβαση στον Γολγοθά, μια πάλη με τον εαυτό του συγγραφέα, μια προσπάθεια να ξεπεράσει τον φόβο της τιμωρίας για όλα αυτά που τολμά να κοινοποιήσει. Μοιάζει με τη μάχη ενός μικρού κακοποιημένου παιδιού που ντρέπεται να αποκαλύψει το μυστικό του γιατί μέσα του υπάρχει ο φόβος ότι ο μόνος ένοχος είναι ο ίδιος. Ειδικά ο τρόμος που νιώθει ο Knausgaard, όταν έρχεται σε αντιπαράθεση με την εναντίωση του θείου του σε όλο αυτό το έργο και την αμφισβήτηση από αυτόν της αλήθειας των γεγονότων που περιγράφονται, είναι ο τρόμος κάθε κακοποιημένου παιδιού που οδηγεί ακόμα και στην αμφισβήτηση της ικανότητας αντίληψης του πραγματικού. Το γεγονός όμως ότι ο Knausgaard αποκαλύπτει όλες τις σκοτεινές πτυχές της ζωής του και χρησιμοποιεί τα αληθινά ονόματα των συμπρωταγωνιστών του, προσθέτει κάτι πικάντικο στο βιβλίο, χωρίς όμως να αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την επιτυχία του. Ο Knausgaard θεωρεί εξίσου σημαντικό να γράψει μια ακριβή περιγραφή των γεγονότων με το να γράψει ένα καλό λογοτεχνικό έργο και δεν θέλει να θυσιάσει κανέναν από τους δύο στόχους του για να ενισχύσει τον άλλο. Το καταφέρνει όμως; Νομίζω ότι σε όλους τους τόμους πλην του τελευταίου, ναι. 


Πριν από λίγες μέρες τελείωσα τον τελευταίο τόμο του «Ο Αγώνας μου» με τίτλο The End (δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα η μετάφραση του στα ελληνικά). Αυτός ο τόμος θα μπορούσε να αποτελεί ένα τεράστιο επίμετρο στο συγκεκριμένο εγχείρημα. Δεν δίνει την εντύπωση ενός ολοκληρωμένου λογοτεχνικού έργου όπως σου έδιναν οι προηγούμενοι. Αποτελείται περισσότερο από αποσπασματικές σκέψεις και φόβους σχετικά με την έκδοση των βιβλίων του, σκέψεις που επαναλαμβάνονται αρκετές φορές σε αυτόν τον τόμο με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μην είναι σίγουρος αν αυτή η επανάληψη γίνεται σκόπιμα, με σκοπό να δοθεί μια έμφαση σε αυτές ή απλώς οφείλονται στην προχειρότητα και βιασύνη του συγγραφέα. Το ίδιο θα σχολίαζα και για τον τρόπο που είναι διαρθρωμένος αυτός ο τόμος. Το βιβλίο ενώ ξεκινάει ως συνέχεια των προηγούμενων, βρίσκοντας τον Knausgaard να ζει με την οικογένεια του στο Malmo της Σουηδίας, μια παραλιακή πόλη απέναντι από την Κοπεγχάγη που συνδυάζει το βιομηχανικό τοπίο με τα λιθόστρωτα σοκάκια, εξελίσσεται όσο περνούν οι σελίδες σε ένα δοκίμιο σχετικά με τις θηριωδίες του Χίτλερ, την επίδραση της παιδικής και εφηβικής ζωής στον ψυχισμό του, τις συνθήκες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης που επέτρεψαν την επικράτηση των ακραίων απόψεων του, τις επιπτώσεις της ραγδαίας εκβιομηχάνισης σε Γερμανία και Αυστρία, τη φτώχια και την ανεργία στη Βιέννη, πόλο έλξης τότε μεγάλου μεταναστευτικού ρεύματος και πολιτιστικού κέντρου της Ευρώπης, ένα δοκίμιο που τραβάει πολύ και κουράζει τον αναγνώστη που δεν είναι προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο, καθώς μέχρι πριν από λίγες σελίδες διάβαζε για τη ζωή του Knausgaard, έχοντας μπροστά του την περιγραφή μιας οικογένειας με τρία παιδιά, βομβαρδισμένο σαλόνι με παιχνίδια, λερωμένα πατώματα με παιδικές τροφές τσιγάρα στο μπαλκόνι με αχνιστό καφέ, βόλτες προς και από τον παιδικό σταθμό και αμέτρητα πλυντήρια ρούχων. Δεν ξέρω τι σκοπό ακριβώς ήθελε ο Knausgaard να εξυπηρετήσει πετώντας αυτό το δοκίμιο ακριβώς στη μέση του βιβλίου και επεκτείνοντας το για περίπου 500 σελίδες. Δεν μπορώ καν να δω πως ο Knausgaard συνδέει τον «αγώνα» του με τον αγώνα του Χίτλερ. Η παράθεση αυτή θεωρώ ότι δεν λειτουργεί, κόβει εντελώς τον ειρμό του βιβλίου ενώ δεν καταφέρνει να αποτελέσει μεταβατικό σύνδεσμο από το πρώτο μέρος στο τρίτο και τελευταίο στο οποίο ο Knausgaard περιγράφει τα προβλήματα μανιοκατάθλιψης που αντιμετωπίζει η γυναίκα του. Τα τρία κομμάτια του βιβλίου λειτουργούν μεν χωριστά αλλά όχι μαζί. Διαβάζοντας το βιβλίο έχω την αίσθηση ότι κάποια πράγματα μπήκαν βιαστικά μέσα, στριμώχτηκαν μιας και δεν θα υπήρχε επόμενος τόμος. Τα προβλήματα της γυναίκας του θα μπορούσαν κάπως να ενσωματωθούν στο πρώτο μέρος του βιβλίου και το κομμάτι με το Χίτλερ να αποτελεί ένα πρόσθετο κεφάλαιο στο τέλος, το οποίο θα μπορούσε να διαβαστεί ανεξάρτητα. Αν όμως αυτό συνέβαινε δεν ξέρω πόσοι από τους αναγνώστες θα του έδιναν μια δεύτερη ματιά. Κάθε κείμενο έχει τον χώρο του και τον αναγνώστη του. Δεν είμαι σίγουρη ότι η πλειοψηφία των αναγνωστών του έργου του Knausgaard είχαν ανάγκη να διαβάσουν παράλληλα με αυτό και μια εκτεταμένη ανάλυση του φαινόμενου του Χίτλερ η οποία μάλιστα δεν βασίζεται σε μια ιστορική ή επιστημονική έρευνα αλλά αποτελεί μια ενδιαφέρουσα μεν αλλά παραληρηματική ματιά σε αυτό το ντροπιαστικό κομμάτι του εικοστού αιώνα. 


Δύσκολο να εκφράσω μια ολοκληρωμένη άποψη για αυτό το έργο. Είναι τόσο άνισο, μου προκάλεσε τόσα θετικά αλλά και αρνητικά συναισθήματα που στο τέλος έμεινα να αμφιταλαντεύομαι χωρίς να μπορώ να καταλήξω σε μια ετυμηγορία. Θα έλεγα πάντως ότι είναι ένα έργο το οποίο αξίζει την προσοχή μας. Έχει ροή, σε παρασύρει στον ρυθμό του, αγγίζει μέσα από τις καταστάσεις που αναφέρει μια ευρύτατη γκάμα ανθρώπινων συναισθημάτων, συνδυάζει αποτελεσματικά την περιγραφή με τη δράση, καταφέρνει να διαχειριστεί ικανοποιητικά έναν τεράστιο όγκο προσωπικών εμπειριών ενσωματώνοντας τες σε μια μυθιστορηματική γραφή και εγείρει ερωτήματα υπαρξιακά, κοινωνικά και ηθικά μέσα από όλο αυτό τον συρφετό καταστάσεων που ο Knausgaard συμπεριλαμβάνει στο βιβλίο του. Μπορώ να πω ότι ευχαριστήθηκα την ανάγνωση του στο μεγαλύτερο μέρος, νιώθοντας ότι διαβάζω ένα πραγματικό μυθιστόρημα που κάτι έχει να μου πει και όχι ότι διαβάζω την απλή ημερολογιακή καταγραφή της ζωής του συγγραφέα. Ένα μετα-μοντέρνο, μετα-ρεαλιστικό (με ελεύθερη χρήση των όρων), αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα που μάλλον χρειαζόταν λίγη δουλειά παραπάνω αλλά παρόλα αυτά προσθέτει στη λογοτεχνία του σήμερα ένα μικρό διαφορετικό λιθαράκι. Δεν το μετάνιωσα που το διάβασα.

Monday, August 26, 2019

Michel Houellebecq - Σεροτονίνη



Πιστός στο προκλητικό του ύφος ο Μισέλ Ουέλμπεκ στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Σεροτονίνη» αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την ζωή του Φλοράν – Κλώντ – Λαμπρούστ, ενός μεσήλικα Γάλλου απόφοιτου της Γεωπονικής που εργάζεται στο υπουργείο Γεωργίας, όντας μπουχτισμένος από τα πάντα, ακόμα και από τις γυναίκες και αποτελειωμένος από το σύγχρονο αντικαταθλιπτικό χάπι Captorix το οποίο όχι απλώς δεν εκπλήρωσε την αποστολή του, την επίτευξη δηλαδή μιας μεγαλύτερης ευφορίας και την έστω και τεχνητή απόδοση νοήματος στην ζωή του Φλοράν, αλλά του στέρησε και την δυνατότητα της σεξουαλικής διέγερσης, υποβιβάζοντας τον στο είδος του ανθρώπου που σέρνει με το ζόρι το σαρκίο του μέρα με την μέρα, μέσα σε ένα Παρίσι σε φανερή παρακμή, περιτριγυρισμένος από ανθρώπους λιγότερο ή περισσότερο χαπακωμένους ή απλώς και μόνο αφοσιωμένους στην προσωπική τους μιζέρια και τις οφθαλμαπάτες τους. 

Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να το σκάσει από την ανυπόφορη ζωή του αναζητά τον παλιό του συμφοιτητή και μάλλον μοναδικό του φίλο Αιμερίκ, ο οποίος είναι ο μόνος από την σχολή που αντί να κυνηγήσει managerial θέσεις προσπαθεί να αξιοποιήσει το αντικείμενο των σπουδών του ασχολούμενος με αγροτικές εργασίες. Μένει σε έναν πύργο τον οποίο προσπαθεί να μετατρέψει σε ξενοδοχείο, ασχολείται με τα ζώα του, ξενυχτάει κάνοντας λογαριασμούς για το πώς μπορεί να επιβιώσει οικονομικά σε μια Γαλλία που δεν έχει πλέον ανάγκη τους αγρότες της και με την αφορμή της επίσκεψης του Φλοράν ακούει ξανά μουσική από το ακριβό ηχητικό του σύνολο μια συνήθεια την οποία πριν την επίσκεψη του Φλοράν είχε αφήσει στο παρελθόν μαζί με τα νεανικά του όνειρα. 

Μέσα από την επίσκεψη του Φλοράν στον Αιμερίκ ο Ουέλμπεκ θίγει το πρόβλημα του γεωργικού τομέα της Γαλλίας αναφέροντας το αδιέξοδο των αγροτών που παλεύουν να διατηρήσουν προνόμια τα οποία δεν μπορούν να ενταχτούν στην καπιταλιστική, παγκοσμιοποιημένη Γαλλία. Άλλωστε ακριβώς για αυτή τη νύξη του Ουέλμπεκ, το βιβλίο θεωρήθηκε προφητικό (κίτρινα γιλέκα) όπως στο παρελθόν είχε θεωρηθεί το βιβλίο του «Υποταγή» μετά το χτύπημα στην εφημερίδα Charlie Hebdo από παρακλάδι της Αλ Κάιντα. 

Ο Ουέλμπεκ μέσα από τον κυνικό και μισάνθρωπο Φλοράν σκιαγραφεί έναν άνθρωπο μόναχικό, μέσα σε μια κοινωνία που γεννάει κυνικούς και μισάνθρωπους ανθρώπους, έναν άνθρωπο για τον οποίο ποτέ κανείς δεν θα νοιαστεί πέρα από τον ψυχίατρο του, έναν άνθρωπο που ο αναγνώστης θα ήθελε να πάρει αγκαλιά ξεπερνώντας την επιφανειακή αποστροφή που προκαλεί η συμπεριφορά του. Ο Ουέλμπεκ δημιουργεί έναν Φλοράν ικανό να αγαπά και να πονάει, καταδικασμένο όμως από τον ίδιο του τον εαυτό να δυναμιτίζει τις σχέσεις του και να διώχνει όσους θα μπορούσαν να τον αγαπήσουν. Γεμίζει τον ήρωα του μίσος και αδιαφορία, τον γεμίζει απελπισία, τον μετατρέπει ακριβώς σε αυτό που φοβάται ο σύγχρονος άνθρωπος ότι μπορεί να καταλήξει ο ίδιος. 

Η γραφή του Ουέλμπεκ σε όλα τα βιβλία του διαθέτει μια δύναμη που τον κατατάσσει στους αξιόλογους ευρωπαίους συγγραφείς της εποχής μας. Η προκλητικότητα που αποπνέει το έργο του είναι αυθεντική, δεν αποτελεί αυτοσκοπό, είναι το αποτέλεσμα της μετουσίωσης των ιδεών του συγγραφέα σε ένα εκρηκτικό μείγμα γραφής. Είμαστε σίγουροι όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο του Ουέλμπεκ ότι καθόλου δεν τον νοιάζει η άποψη μας γι αυτό. Δεν θέλει καν να την ακούσει. Η «Σεροτονίνη» αποτελεί ένα από τα πιο ώριμα βιβλία του Ουέλμπεκ –(αν και εμένα το αγαπημένο μου παραμένει το «Η δυνατότητα ενός νησιού», μπορεί λόγω του ότι ήταν το πρώτο που είχα διαβάσει), ακριβώς λόγω της ευαισθησίας που εκπέμπει μέσα από την κυνική γραφή του. Στα περισσότερα βιβλία του Ουελμπέκ ή τουλάχιστον σε αυτά που έχω διαβάσει είναι εμφανής η ενασχόληση του με την φθορά, τα γηρατειά και τον θάνατο. Στο «Σεροτονίνη» ο Φλοράν προσπαθεί να διώξει τον φόβο του θανάτου και την υπαρξιακή αγωνία του μέσα από τον θυμό του προς όλους και όλα. Δεν ξέρω αν σε μια άλλη κοινωνία ο Φλοράν θα ήταν χαρούμενος, δεν ξέρω αν αυτό που βασανίζει τον άνθρωπο από τότε που υπάρχει είναι αποτέλεσμα του έξω κόσμου ή αν απλώς ο Θεός μας έφτιαξε ανικανοποίητους, διχασμένους, ανίκανους να συμβιβαστούμε με το γεγονός ότι κάποια μέρα θα πεθάνουμε. Θεός ή διάολος, δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, αποτελούν έναν τρόπο να προσπαθήσουμε να γλυτώσουμε από την μοίρα αυτή.  Ο Ουέλμπεκ απλώς επιλέγει τον διάολο.