Thursday, January 13, 2022

Ζαν-Πωλ Ντυμπουά - Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο


Ο Πωλ Γιάνσεν, που βρίσκεται κρατούμενος σε μία φυλακή του Μόντρεαλ, είναι ένας μυθιστορηματικός ήρωας που δεν κατέχει κανένα από τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να ευθύνονται για τον εγκλεισμό του. Αυτό από μόνο του, δίνει ένα μυθοπλαστικό πλεονέκτημα στην εκκίνηση της ανάγνωσης, δημιουργεί ερωτήματα, απαιτεί απαντήσεις και αμφισβητεί την επίπλαστη αίσθηση ασφάλειας τού μέσου νομιμόφρονα πολίτη. 

Ο «συγκάτοικος» του, ο Πάτρικ αντιθέτως, ως φερόμενος δολοφόνος ενός μέλους των Hell’s Angels, γνωστής λέσχης μοτοσικλετιστών τύπου Harley, όχι απλώς ταιριάζει με τον περίγυρο του αλλά και λόγω μεγέθους θα έλεγε κάποιος πως κατέχει και μισή θέση επιπλέον, σε αυτό το μικροσκοπικό κελί των φυλακών του Μπορντώ. Στην πορεία της συγκατοίκησης τους όμως στο μικρό τους combo, ο τρομακτικός φαινομενικά Πάτρικ, θα φανερώσει πολύ πιο ανθρώπινα χαρακτηριστικά, συναισθήματα, φόβους και ανησυχίες από τους «κανονικούς» ανθρώπους του περιβάλλοντος του Πωλ. Μέσα στο μικρό τους κελί, θα αναρωτηθεί για το σύμπαν, θα λιγοψυχήσει με την επικείμενη επίσκεψη της μητέρας του και θα χάσει το χρώμα του μπροστά στην απειλή του ακρωτηριασμού μίας .. . τρίχας του.

«Είδα κάτι απίστευτο στη τηλεόραση. Ένα ντοκιμαντέρ για τη «Σκοτεινή Εποχή». Το ήξερες εσύ; Χέστηκα πάνω μου. Λένε πως όταν ξεκίνησε το όλο κόλπο, 300 ή 400 χιλιάδες χρόνια μετά το Μπιγκ Μπανγκ, δεν είμαι και σίγουρος για τα νούμερα, τέλος πάντων, είναι όπως με τα μηδενικά των στεγαστικών, βασικά δεν κάνει διαφορά. Σε κάθε περίπτωση, μετά τη γνωστή έκρηξη όπου γαμήθηκε το όλο σύμπαν, ο ουρανός πάγωσε ξανά και όλα βούλιαξαν στο μαύρο σκοτάδι. Μαύρο, πίσσα. Φαντάζεσαι την αίσθηση; Μηδέν ζωή, εντελώς μηδέν. Διάολε, όταν βλέπεις τέτοια πράγματα, σου κόβονται οι μαγκιές και λες μέσα σου ότι ερχόμαστε από πολύ μακριά. Την καταλαβαίνεις εσύ αυτή τη μαλακία με το άπειρο; Εγώ ποτέ δεν την κατάλαβα. Ένα πράγμα που δεν τελειώνει, όχι αυτό δεν μπορεί να το χωρέσει το μυαλό μου. Είναι υποχρεωτικό κάπου να υπάρχει ένα τέρμα. Απλά δεν φτάσαμε ακόμα εκεί. Μόνο που άμα φτάσεις εκεί, στο τέρμα, τότε υποχρεωτικά θα αναρωτηθείς: και τι είναι μετά το τέρμα; Ένα τέρμα χωρίς τέλος; Και ξανά από την αρχή». Σελ 217

Οι ήρωες του βιβλίου του Ντυμπουά , προέρχονται από διάφορα μέρη του κόσμου, συγκροτώντας το κατάλληλο ψηφιδωτό πάνω στο οποίο κινείται ο Πωλ και δίνοντας στις καταστάσεις που διαδραματίζονται ένα οικουμενικό χρώμα. Ο καθένας τους, παρά το γεγονός ότι κουβαλάει μαζί του κάτι από τις ρίζες του, είναι ένας άνθρωπος ακριβώς ίδιος με τους άλλους. Αυτό όμως που διαχωρίζει την ύπαρξη του ενός από τον άλλον είναι, ο βαθμός και ο τρόπος διείσδυσης τους σε αυτό που αποκαλούμε «κόσμο».

Η γυναίκα του Πωλ, η Γουινόνα Μαπάσε, γεννημένη από Ιρλανδό πατέρα και Ινδιάνα μάνα, ενσωματώνει στην παρουσία της, τη δύναμη της γης και του μύθου. Κουβαλάει μαζί της το βλέμμα των λύκων , εμπλουτίζει το σπίτι τους με τη Νουκ τη σκυλίτσα που έσωσε από βέβαιο θάνατο και φέρνει στη ζωή τους το νόημα που έλειπε.

Στα μάτια μου η Γοινόνα αποτελούσε την υπέροχη επιτομή δύο αρχαίων κόσμων. Από την Ιρλανδή μητέρα της είχε κληρονομήσει τη δύναμη να σκαλίζει τη γη όπως κάνει κι η ζωή, παραμερίζοντας τα εμπόδια σαν να έπρεπε να πλάσει την κάθε μέρα με τα ίδια της τα χέρια. Παιχνιδιάρα, χαρούμενη, με μια εντιμότητα ανεπίληπτη, είχε επιπλέον αυτή την πατροπαράδοτη καχυποψία απέναντι στους Άγγλους. Από τη μεριά των αυτόχθονων προγόνων της, είχε διατηρήσει την ικανότητα να συντονίζεται με τον κόσμο που δεν είναι χειροπιαστός, να ενώνεται μαζί του, διαβάζοντας τα μηνύματα του ανέμου, τα βροχερά σύννεφα, ή ακούγοντας τον τριγμό των δέντρων. Σελ 183

Ο πατέρας του Πωλ, ο Γιοχάνες, ένας Δανός Πάστορας , μετακομίζει στη Γαλλία και μετέπειτα στον Καναδά, χάνοντας σταδιακά την πίστη του, σαν ένα μπουκάλι με τρύπιο πάτο, αφήνοντας σε κάθε κομμάτι της διαδρομής του και λίγο από τον εαυτό του.

Να ξέρετε όμως ότι, όλα αυτά τα χρόνια που πέρασα εδώ, συμπεριφέρθηκα σαν ένας αφοσιωμένος και έντιμος υπάλληλος. Ακόμα και αν αυτοί οι όροι φαντάζουν σήμερα περίεργοι. Ακόμα κι αν, εδώ και καιρό η πίστη με έχει εγκαταλείψει. Ακόμα κι αν η προσευχή έχει γίνει για μένα κάτι το αδύνατο. Σύντομα θα έχετε όλο το χρόνο και όλο το περιθώριο να με κρίνετε και να με καταδικάσετε. Σας ζητώ λοιπόν να συγκρατήσετε στη μνήμη σας αυτή την πολύ απλή φράση που έλεγε ο πατέρας μου και που τη χρησιμοποιούσε για να μειώσει τη βαρύτητα των λαθών που κάνουν οι άνθρωποι: « Δεν βαραίνουν όλοι οι άνθρωποι τη γη με τον ίδιο τρόπο. «Είθε ο Θεός αν σας βλέπει, να σας έχει καλά».

Η μητέρα του, η Αννά Μαντλέν Μαρζερί, γεννημένη στην Τουλούζη, κόρη ιδιοκτητών κινηματογράφου, είναι υπέρμαχος της προοδευτικότητας και εχθρός του πουριτανισμού. Πανέμορφη και τόσο διαφορετική από τον σύζυγο – πάστορα, που γνώρισε στο Σκάγκεν, τη γενέθλια πόλη του, τον φωτογραφίζει -σε μια επίσκεψη της εκεί- μπροστά σε μια μισοβυθισμένη στην άμμο, εκκλησία. Την ίδια εκκλησία που δίνοντας του την πίστη του, σημάδεψε την πορεία της ζωής του.

"Ρε φίλε, για τη μάνα σου μιλάς. δεν μιλάνε έτσι οι άνθρωποι για τη μάνα τους, γαμώ το κέρατο μου, είναι σιχαμερό. Άκου εκεί, εντυπωσιακής ομορφιάς"! Λες και μιλάς με για καμιά μπαργούμαν απ'το Λαβάλ [...] Και αυτός ο πάστορας ήταν που ζούσε με την "εντυπωσιακή ομορφιά"; Κι αυτό, ρε φίλε, σιχαμερό είναι. Ξέρω ότι οι πάστορες έχουν δικαίωμα να το κάνουν, αλλά, διάολε, όπως και να το δεις, είναι γάμησε τα, με τη μάνα σου, έτσι που μου την έχεις περιγράψει, είναι άρρωστο ρε φίλε, αρρωστημένο. Λυπάμαι πολύ, αλλά εμείς οι καθολικοί δεν τα έχουμε συνηθίσει αυτά. Σ'εμάς  κανείς δεν γαμάει κανέναν. Οι παπάδες δεν έχουν δικαίωμα για τέτοια. Ούτε ένα γαμησάκι στο όρθιο, ούτε μια στο τόσο. Επισήμως βέβαια. Κι έρχεσαι τώρα εσύ, με τον πατέρα σου, που κάνει τη δουλίτσα του με την εντυπωσιακή σου μάνα, λίγο πριν πάει στην εκκλησία, ναι, λυπάμαι πολύ, μου ακούγεται άρρωστο όλο αυτό".

Ο φίλος του Πωλ, ο Κϊραν Ρϊντ, Κεμπεκιανός με αγγλική καταγωγή, κάνει μια δουλειά που όπως και η δουλειά του Πάστορα, είναι εντελώς αντίθετη από τη φύση του. Ως «εκτιμητής της αξίας των νεκρών» κύριο καθήκον του είναι να μεταφράζει την αξία της ανθρώπινης ζωή σε χρήματα. Υπάλληλος ασφαλιστικής εταιρίας, προσπαθεί να μειώσει τις αποζημιώσεις που χρωστάει αυτή στους συγγενείς των άτυχων ασφαλισμένων της. Ο Γιοχάνες και ο Κίραν αναγκάζονται να αποτιμήσουν την αξία της ζωής των ανθρώπων, κρίνοντας από τις κρυφές και φανερές τους πράξεις και να επιβάλλουν την κατάλληλη «τιμωρία» ακολουθώντας και οι δύο τις επιταγές μια ανώτερης αρχής. Ο πρώτος, τις επιταγές της εκκλησίας και του θεού και ο δεύτερος της ασφαλιστικής εταιρείας την οποία υπηρετεί.

«Ακούγεται περίεργο, αλλά η υγεία ενός νεκρού μπορεί να επηρεάσει το ποσό της αποζημίωσης. Ένας καπνιστής θα δει την αξία του να πέφτει. Ένας που λαμβάνει θεραπεία για υπέρταση, ακόμα περισσότερο. Οροθετικός, αχ, εδώ έχουμε κατάρρευση, κυριολεκτικά. Φανταστείτε ότι στα διαγράμματα που χρησιμοποιεί ο κλάδος μου και τα σώματα των ενόρκων, ένα θύμα που είναι κοινωνικός τύπος, που βγαίνει έξω βόλτες, που συναντάει τους φίλους του, που ασχολείται με αθλητικές δραστηριότητες (αυτοί οι άνθρωποι ονομάζονται outdoorsy people), κοστίζει πιο ακριβά από έναν μοναχικό τύπο, που μένει σπίτι του και διαβάζει βιβλία ή βλέπει τηλεόραση. Βασικά, βλέπετε, η Αμερική είναι αυτός ο θαυμάσιος τόπος, αυτή η μαγική επικράτεια, όπου οι νεκροί πρέπει να είναι αθλητικοί, δραστήριοι και, κυρίως, υγιείς. Υπάρχει επίσης ένα συμπληρωματικό πριμ για τους συγγενείς των νεκρών οι οποίοι ασκούσαν ανελλιπώς αυτό που ονομάζεται «πιστή οικογενειακή σεξουαλική δραστηριότητα». (σελ172)

Η διήγηση στο βιβλίο του Ντυμπουά κυλάει απολαυστικά, εναλλάσσοντας περιγραφές από τη ζωή του Πωλ στη φυλακή, με κομμάτια της «έξω» ζωής του, δίνοντας στον αναγνώστη, σιγά σιγά, στοιχεία από την παιδική ζωή του ήρωα, την οικογένεια του, και την ενήλικη του πορεία. Το γεγονός που θα τον φέρει στη φυλακή δεν αποκαλύπτεται παρά μόνο προς το τέλος του βιβλίου, όταν πια ο Πάτρικ, έχει κερδίσει τη συμπάθεια ακόμα και του πιο δύσκολου αναγνώστη.

Ο Πωλ είναι συμπαθής γιατί νοιάζεται για τους άλλους. Ο αναγνώστης αισθάνεται ότι θα είναι εκεί δίπλα του να τον βοηθήσει σε κάθε αναποδιά. Λειτουργεί αντίθετα από τις επιταγές της εποχής μας, αντίθετα από αυτό που επιβάλλουν τα οικονομικά κριτήρια, αντίθετα από τον φοβικό νέο πρόεδρο της συνέλευσης των ιδιοκτητών στο Excelsior, συγκρότημα κατοικιών στο οποίο εργάζεται ως επιστάτης.

Ο Πωλ αγαπάει τη Γουινόνα, τη γυναίκα του, που πετάει στον ουρανό με το Beaver της , τη Νουκ που χώνει τη μουσούδα της στη μασχάλη του, τον Ριντ που παλεύει με το μισητό του επάγγελμα, τη μητέρα του που δεν μοιάζει με μαμά, τον πατέρα του που είναι πιο αδύναμος από τα κηρύγματα του και τον Πάτρικ, τον δολοφόνο που φοβάται τα ποντίκια, το κούρεμα και το ατελείωτο του κόσμου μας.

Το βιβλίο του Ντυμπουά, είναι ένα βιβλίο που προσφέρει πολύ περισσότερα από μια απλή αναγνωστική απόλαυση. Έχει αυτό το «κάτι» που κάνει τον αναγνώστη να το κουβαλάει για λίγο καιρό μαζί του, σκεπτόμενος για τη ζωή, την ηθική, την ομορφιά, την πίστη, την απιστία και το αποτύπωμα που ο καθένας μας θα αφήσει στον κόσμο που κατοικούμε όταν πλέον δεν τον κατοικεί πια.

Εκδόσεις: Δώμα
Μετάφραση: Μαρία Γαβαλά
Βραβείο Goncourt 2019

Thursday, September 23, 2021

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ - Η ΕΡΕΥΝΗΤΡΙΑ

“Έκπτωτε Άγγελε (Anschel) της Πράγας, έχω κάνει ακρότητες για εσάς. Έχω αυνανιστεί, έχω μεθύσει με κείμενα σας. Έχω σκεφτεί να πηδήσω από μπαλκόνι αγκαλιά με τα βιβλία σας. Έχω τσακωθεί άγρια με συναδέλφους στο Πανεπιστήμιο, σε συνέδρια και συμπόσια, ειδικά μ’όσους μηρυκάζουν τα θέσφατα διαφόρων μετρ καφκολογίας, ακόμα και γκόμενο έχω χτυπήσει άσχημα στο κεφάλι με τα ημερολόγια σας. Ντρέπομαι. Μέχρι και τον αστρολογικό σας χάρτη έχω σχεδιάσει.» (σελ. 224)


Με έναυσμα την αγάπη του για τον Κάφκα, ο Φάινς δημιουργεί ένα μυθιστόρημα, το οποίο διαβάζεται άνετα και από τους μη συμφιλιωμένους με το έργο του σημαντικού τσεχοεβραίου συγγραφέα. Αποσπάσματα από τα βιβλία του Κάφκα χρησιμοποιούνται ως οικοδομικά υλικά στο κτίσιμο ενός λογοτεχνικού ψηφιδωτού, τοποθετούμενα με ακρίβεια μέσα σε ένα κείμενο-ψυχογράφημα του ίδιου του Κάφκα, του έργου του αλλά και της σκοτεινής εποχής τού πρώτου τέταρτου του 20ου αιώνα. Ο Φάινς καταφέρνει να δημιουργήσει ένα έργο με αυτόνομη αξία χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη τον άυλο χώρο που δημιουργείται ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη του.

Πολλοί έχουν μιλήσει για τη δυναμική σχέση αναγνώστη – συγγραφέα, μια σχέση -πρόκληση και για τους δυο. Για τον πρώτο, πολλές φορές η αποκρυπτογράφηση του χαρακτήρα τού δημιουργού ενός πολυαγαπημένου έργου τον κάνει να αισθάνεται ότι ανοίγει επιπλέον πόρτες στην κατανόηση του κειμένου και για τον δεύτερο ο τρόπος που το έργο του γίνεται δεκτό από τους αναγνώστες μπορεί να του αποκαλύψει κρυφά συναισθήματα του, έννοιες και κίνητρα που μπήκαν μέσα στο βιβλίο από μια πλάγια οδό, τα οποία ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε καν.

Ο Φάινς καλύπτει το κενό ανάμεσα σε αυτούς τους δύο, γεννώντας έναν χαρακτήρα, την Ερευνήτρια, η οποία ενσωματώνει τον θαυμασμό, τον θυμό, τη ζήλεια και κάθε άλλο συναίσθημα που έχει γεννηθεί στον αναγνώστη-Φάινς προς τον συγγραφέα φάντασμα, που ο θάνατος δεν τον εμποδίζει να δημιουργεί ξανά και ξανά, μέσα από την ικανότητα της αέναης σημειολογικής μεταμόρφωσης της λογοτεχνίας.

«Ωστόσο κάθε πρωί ξυπνούσα, όταν κοιμόμουν, όσο κοιμόμουν, όπως κοιμόμουν, με το ίδιο αναπάντητο ερώτημα: ανασύνθεση ή αποσύνθεση;

Δηλαδή ανασυνθέτεις το παρελθόν του ερευνητικού σου αντικειμένου για να το φέρεις ανάγλυφα και πειστικά στο παρόν, ή αποσυντίθεσαι εσύ στη θέση του ώστε να επιστρέψεις στο παρελθόν του, να ψηλαφίσεις όσο πιο απτά γίνεται την εποχή του, τα πρόσωπα που το διαμόρφωσαν, τις σκέψεις και τις εικόνες που το βασάνιζαν ή το γαλήνευαν;»(σελ. 227)

Προσπαθώντας να εκφράσω την αίσθηση που μου έδωσε το μυθιστόρημα «Η Ερευνήτρια» μου έρχεται στο μυαλό το βιβλίο του Max Porter με τίτλο «Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά», καθώς, όπως ακριβώς εκεί η θλίψη του θανάτου μετουσιώνεται σε ένα κοράκι που επισκέπτεται την οικογένεια που πενθεί, έτσι και εδώ, όλα αυτά που έχει αισθανθεί ο συγγραφέας μέσα από την πολυετή και πολύπεπίπεδη ανάγνωση των βιβλίων του Κάφκα, έχουν αποκτήσει μια νέα, δική τους υπόσταση που κινεί όλο αυτό το μυθιστόρημα μέσα από τη μορφή μιας εμμονικής ερευνήτριας.

Η εντυπωσιακά όμορφη γραφή του Φάινς ικανοποιεί τόσο τις αισθητικές όσο και τις πνευματικές απαιτήσεις του αναγνώστη και τον παρακινεί να αναζητήσει και τα υπόλοιπα βιβλία του ιδίου με την προσδοκία παράτασης της αναγνωστικής απόλαυσης που του προκαλεί.

«Εξάλλου, ανέκαθεν ήμουν η δίψα τού μακριά για το κοντά, ένα μακριά διψασμένο για κοντά, απελπισμένο για κοντά, ανεξέλεγκτο για κοντά, πέραν του κοντά, εκεί όπου το κοντά έχει απολέσει την εγγύτητα του, τη γειτνίαση του, το πλησίασμα του.» (σελ 73)

Η αναφορά στη ζωή και το έργο του Κάφκα ανανεώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη για αυτό, και προκαλεί για μια δεύτερη ή και τρίτη ανάγνωση, αναζητώντας σε αυτές τις επιπλέον προσεγγίσεις, την πηγή της αναγνωστικής εμπειρίας στην οποία μόλις έχει γίνει μάρτυρας. Γιατί ακριβώς αυτό βλέπω εγώ στο βιβλίο του Φάινς. Τη λεκτική αποτύπωση της ασυνείδητης διεργασίας που συντελείται κατά την ανάγνωση ενός λογοτεχνικού έργου. Χαρακτήρες των βιβλίων του Κάφκα μπλέκονται με τους υπαρκτούς ανθρώπους του περιβάλλοντος του, με την Πράγα του πρώτου τέταρτου του 20ου αιώνα και με την απεικόνιση όλων αυτών στον εγκέφαλο του Φάινς.

Να αναφέρω και μια λεπτομέρεια. Μου άρεσε ο τρόπος που παρατίθενται οι σημειώσεις με τις επεξηγηματικές λεπτομέρειες στο τέλος του βιβλίου χωρίς να υπάρχει πουθενά μέσα στο κείμενο αναφορά σε αυτές. Με αυτόν τον τρόπο το κείμενο διαβάζεται σε συνεχή ροή και η επιλογή ανάγνωσης ή όχι των επεξηγήσεων αφήνεται αποκλειστικά στον αναγνώστη.

Σκοπεύω να ξεσκονίσω τα βιβλία του Κάφκα που ξεκουράζονται στα ράφια της βιβλιοθήκης μου, αυτή τη φορά έχοντας στο μυαλό μου, τη ματιά της ερευνήτριας, ένα σκοτεινό δωμάτιο και την ανυποψίαστη Ευρώπη μια ανάσα πριν πέσει πάνω της το μεφιστοτελικό κακό.

φωτογραφία από το διαδίκτυο

[Μικρή σινεφίλ παράκαμψη. Όπως θα χτυπάγατε το κεφάλι σας στον τοίχο αν βλέπατε τη φιλόδοξη μεταφορά της Δίκης (1962) στο σελιλόιντ από τον μεγαλοφυή Όρσον Ουέλς, έτσι θα βουλιάζατε γλυκά στον δαιμόνιο Ένοικο (1976), ίσως την πιο καφκική ταινία που έχω δει, μια ταινία που γύρισε ένας βραχύσωμος, ταλαντούχος και ερωρομανής Πολωνοεβραίος που διέσχισε σαν αγρίμι τους δύο μεγάλους ολοκληρωτισμούς του προηγούμενου αιώνα-μιλάω προφανώς, για τον Ρομάν Πολάνσκι.] (σελ.204)


Εκδόσεις: ΠΑΤΑΚΗ












Friday, May 28, 2021

Ο Αδάμ, η Κλάρα και το τέρας του Φρανκεστάιν - (Ιαν ΜακΓιούαν, Καζούο Ισιγκούρο και Μαίρη Σέλλεϋ)



Στο «Φρανκεστάιν» της Μαίρης Σέλλεϋ το τέρας αποκτά σταδιακά και επώδυνα, συνείδηση της διαφορετικότητας του. Ο Αδάμ, αντιθέτως, στο «Μηχανές σαν και εμένα» του Ίαν ΜακΓιούαν, δείχνει να αντιλαμβάνεται ως ανωτερότητα τη διαφορετικότητα του. Η Κλάρα στο βιβλίο του Καζούο Ισιγκούρο, «Η Κλάρα και ο Ήλιος» συγκρατημένη στις εκδηλώσεις της, χωρίς να εκφράζει δυσφορία αλλά ούτε και ικανοποίηση, φέρνει στο μυαλό του αναγνώστη, τον σχεδόν μη ανθρώπινο αυτοέλεγχο του μπάτλερ στο γνωστό βιβλίο του Ισιγκούρο «Απομεινάρια μιας ημέρας».

Με διαφορετικό τρόπο μεν αλλά με κοινό παράγοντα την περιέργεια για την ουσία της ανθρώπινης φύσης και τη δυνατότητα αναπαραγωγής αυτής σε ένα άλλο είδος, τα τρία βιβλία σκαλίζουν διαχρονικά φιλοσοφικά ερωτήματα. Τρεις κορυφαίοι συγγραφείς δημιουργούν τρεις διαφορετικές εκδοχές ανθρώποειδών, αναδεικνύοντας μέσα από αυτές την πολυπλοκότητα της φύσης και της συμπεριφοράς του ανθρώπου.

Ο Αδάμ του ΜακΓιούαν, φρεσκοαγορασμένος και απαλλαγμένος από τη ντροπή που έδωσε ο συνονόματος του στην ανθρωπότητα, κάθεται γυμνός στη κουζίνα του Τσάρλι και περιμένει, σαν ένα άδειο σακί, να «γεμίσει» με τα χαρακτηριστικά που θα τον κάνουν να μοιάζει περισσότερο με άνθρωπο και λιγότερο με μηχανοκίνητο ρομπότ. Ο Αδάμ θα γίνει «σχεδόν» άνθρωπος», προγραμματισμένος να μαθαίνει και να τελειοποιείται. Στην πορεία θα δείξει να έχει ανθρώπινα αισθήματα, φτάνοντας ακόμα και στο να ερωτευτεί τη νεαρή Μιράντα, που κατοικεί στο γειτονικό διαμέρισμα. Δημιούργημα του Alan Turing ο οποίος ζει και βασιλεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο των 80s, αποκτά συναισθήματα μέσα από ένα λογισμικό που συνεχώς αυτό-διορθώνεται. Η επαφή του με την ποίηση Χαικού και τα έργα του Σαίξπηρ, τον κάνει να πιστέψει ακράδαντα ότι σε μια μελλοντική κοινωνία η λογοτεχνία θα είναι περιττή. Η περιγραφή τυχαίων γεγονότων, τραγικών ή κωμικών, η περιγραφή παρεξηγήσεων και ανορθολογικής συμπεριφοράς θα είναι αδύνατη και άνευ σημασίας στον κόσμο της απόλυτης επικοινωνίας, της εξαφάνισης του προσωπικού και της επικράτησης του ορθολογικού. Οι ανθρώπινες παρεξηγήσεις και τα ορθολογικά λάθη της σκέψης θα εξαφανιστούν. Μαζί με αυτά θα εξαφανιστεί και η φαντασία του λογοτέχνη.

Το τέρας του Φράνκεσταιν κάνει μόνο του τα πρώτα του βήματα στον κόσμο των ανθρώπων, βάζει ρούχα γιατί κρυώνει, μαθαίνει να μιλάει μέσα από την παρατήρηση, μαθαίνει ποιος είναι κοιτάζοντας την αρυτίδωτη επιφάνεια του νερού και αποκτάει συνείδηση της ύπαρξης του μέσα από το βλέμμα των ανθρώπων. Η Σέλλεϋ, γράφοντας το βιβλίο στις αρχές του 19ου αιώνα πριν υπάρξει η υποψία της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, κατασκευάζει έναν χαρακτήρα πιο «ανθρώπινο» και λιγότερο μηχανιστικό από τους χαρακτήρες του ΜακΓιούαν και του Ισιγκούρο. Το τέρας του Φρανκεστάιν έχοντας την ανθρώπινη ανάγκη της κοινωνικής ένταξης και αναγνώρισης, λυγίζει κάτω από το βάρος της διαφορετικότητας του και αναρωτιέται για τη φύση του.

«Ήμουν λοιπόν ένα τέρας, ένα μίασμα πάνω στη γη, το οποίο όλοι προσπαθούν να αποφύγουν;»

Οι τερατώδεις πράξεις του καθοδηγούνται από πάθος. Σκοτώνει από έλλειψη αγάπης, τα εγκλήματα του είναι μια έκκληση προς τους ανθρώπους. Αυτό που τον τρέφει είναι η εκδίκηση. Μία πράξη δηλαδή απόλυτα ανορθολογική και ασύμβατη με τις αρχές της τεχνητής νοημοσύνης.

Η Κλάρα τοποθετημένη στη βιτρίνα κεντρικού δρόμου, μαθαίνει τη σωστή συμπεριφορά που θα τη βοηθήσει να πουληθεί ως Τεχνητή Φίλη σε κάποιο μοναχικό παιδάκι. Μέρος της εκπαίδευσης της είναι και η αναγνώριση της θέσης της ως ένα ον υποταγμένο στους ανθρώπους, κάτι που μηδενίζει τις όποιες οντολογικές αναζητήσεις θα μπορούσε να έχει. Σε αντίθεση με το δημιούργημα του Φρανκεστάιν η Κλάρα δεν εκφράζει κανένα συναίσθημα, εμείς όμως που διαβάζουμε το βιβλίο αναγνωρίζουμε τα συναισθήματα που «ταιριάζουν» στις καταστάσεις που ζει και συμπονούμε. Η δική μας συμπόνια δίνει στην Κλάρα μια ανθρώπινη διάσταση. Η ανυπαρξία έκφρασης συναισθημάτων από την πλευρά της Κλάρα, αναδεικνύει την αναγκαιότητα τους. Η Κλάρα στο βιβλίο του Ισιγκούρο λειτουργεί ως μια μαύρη τρύπα χαμένων συναισθημάτων.

Ο Φρανκεστάιν αποκαλεί το δημιούργημα του δαιμονικό θεωρώντας το ηθικά υπόλογο για τις πράξεις του. Δεσμεύεται όμως κάτι μη-ανθρώπινο από τους νόμους της ηθικής; Μπορεί να κριθεί με βάση αυτή ή την υπερβαίνει; Ο Αδάμ λειτουργώντας βάσει μιας «ηθικής» ενσωματωμένης στα κυκλώματα του, λαμβάνει μερικές επώδυνες για κάποιους αποφάσεις. Είναι οι αποφάσεις του ηθικά κατακριτέες; Ως δημιούργημα της τεχνολογίας, δεν έχει την ικανότητα της ανθρώπινης ευελιξίας , της ερμηνείας των καταστάσεων και της κρίσης ανά περίπτωση. Ο Αδάμ πιστεύει ότι πάντα υπάρχει ένας μόνο «σωστός» τρόπος.

Είναι ο Αδάμ «δαιμονικός» όταν σπάει το χέρι του Τσάρλι για να τον αποτρέψει να πατήσει το «κουμπί θανάτου/απενεργοποίησης» του ή απλώς ασκεί νόμιμη αυτοάμυνα; Έχει δικαίωμα στη ζωή ένα τεχνητό δημιούργημα του ανθρώπου;

Η Κλάρα συμφωνεί να συμμετέχει σε κάποια σχέδια της μητέρας της Τζόσι, που ακροβατούν στα όρια της ανθρώπινης ηθικής. Έχει ευθύνη η Κλάρα που συναινεί σε αυτά ως μια Τεχνητή Φίλη, προγραμματισμένη από τον άνθρωπο να τον υπηρετεί; Συμβιβάζεται η θέση του ανθρώπου ως θύμα και ως δημιουργός ταυτόχρονα; Και ποιος έχει την ευθύνη τελικά για τις πράξεις του δημιουργήματος;

Σε αυτό το θολό τοπίο, άνθρωποι και ανθρωποειδή κινούνται κάτω από έναν Αριστοτελικό «κινούν ακίνητο» ήλιο (η ακίνητη ουσία στο "Μετά τα Φυσικά") που λειτουργεί ως ζωογόνος δύναμη, προσωποποίηση του θείου και προσφορά ελπίδας θυμίζοντας μας τον ήλιο της Βεατρίκης, έναv ήλιο που μόνο αυτή μπορεί να κοιτάξει κατάματα..

Η Κλάρα καταφέρνει να αντικρύσει τον ήλιο μέσα από την αντανάκλαση επτά φύλλων γυαλιού αρχικά, και άλλων τριών μετέπειτα (αριθμοί με έντονη σημειολογική βαρύτητα) συνειδητοποιώντας ότι ο ήλιος εμφανίζεται σε κάθε ένα από αυτά τα φύλλα με διαφορετικό πρόσωπο. Η Κλάρα ανακαλύπτει/δημιουργεί το θείο, και ελπίζει ότι αυτό θα γιατρέψει την Τζόσι, την ανθρώπινη φίλη της, από μια ασθένεια που έχει προκληθεί από θεραπείες γονιδιακής τελειοποίησης.

«Η αντανάκλαση του ήλιου, μέσα από ένα έντονο πορτοκαλί χρώμα, δεν με τύφλωνε πια και καθώς μελετούσα πιο προσεκτικά το πρόσωπο του μέσα στο τετραγωνισμένο πλαίσιο, άρχισα να συνειδητοποιώ ότι δεν κοιτούσα μία μόνο εικόνα, ότι στην πραγματικότητα υπήρχε σε κάθε επιφάνεια γυαλιού μια διαφορετική εκδοχή του προσώπου του, και ότι αυτή που στην αρχή θεωρούσα ως μία, ήταν τελικά επτά διαφορετικές εικόνες, η μία πάνω στην άλλη[…}»


Ο Αδάμ από την άλλη, περιγράφει τη δική του υπερβατική επαφή με το φως μέσα από τη διαδικασίας φόρτισης του, βρίσκοντας το φως όχι από τον ήλιο αλλά από τα ηλεκτρόνια που περνούν μέσα από ένα ηλεκτρικό καλώδιο.

« Δεν έχεις ιδέα, πως είναι να αγαπάς ένα συνεχές ρεύμα. Όταν το έχεις απόλυτη ανάγκη, όταν κρατάς το καλώδιο στο χέρι σου και τελικά συνδέεσαι, θες να βροντοφωνάξεις για την ομορφιά του να είσαι ζωντανός. Η πρώτη επαφή – είναι σαν να σε διαπερνάει το φως. Και μετά η αίσθηση καταλαγιάζει σε κάτι πολύ βαθύ. Ηλεκτρόνια, Τσάρλι. Οι καρποί του σύμπαντος. Τα χρυσά μήλα του ήλιου»


Το τέρας του Φρανκεστάιν, αναγκασμένο να κρύβεται την ημέρα και να κυκλοφορεί τη νύχτα, θαμπώνεται από το ευεργετικό φως του ήλιου αποδίδοντας του «ιερές» ιδιότητες.


«Απαλά δάκρυα, μούσκεψαν τα μάγουλα μου, και έστρεψα με ευγνωμοσύνη τα υγρά μάτια μου προς τον ευλογημένο ήλιο, που με έστεψε με τόση ευτυχία.»

Τρία πλάσματα κάτω από τον ήλιο, μοιρασμένα σε τρία βιβλία που βάζουν τον άνθρωπο στη θέση του Θεού. Τρεις πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες, όντα με και χωρίς ανθρώπινη υπόσταση, αδυνατούν να ενταχθούν κάπου, καταδικασμένα να περιφέρονται αιώνια σαν τις σκιές της Θείας Κωμωδίας, σε αναζήτηση μιας δικής τους limbo. Έξω από κάθε κατάταξη, θρησκευτική ή φυσική, «καθ’ εικόνα και ομοίωση», αλλά απαλλαγμένα από τα δεσμά του Ρουσσώ και των πρωτόπλαστων, πληρώνουν την ύβρη του ανθρώπου με την αργή ή αιφνίδια καταστροφή τους.

Πολύ ενδιαφέροντα αναγνώσματα, τα απόλαυσα και τα τρία με τον δικό τους τρόπο, με κορυφή φυσικά το βιβλίο της Σέλλεϋ, το οποίο τίμησα με μια δεύτερη ανάγνωση. Ο Ισιγκούρο, μου έδωσε μια απόλαυση «αργής ωρίμανσης», η Κλάρα είναι «δύσκολη» σαν ένας κλειδαμπαρωμένος φίλος ενώ ο ΜακΓιούαν έγραψε ένα βιβλίο το οποίο κυλάει σαν τα ηλεκτρόνια που φορτίζουν τον Αδάμ, αναδεικνύοντας για άλλη μια φορά τη μαεστρία του πολυγραφότατου αυτού συγγραφέα.

_____________________________

Η μετάφραση των αποσπασμάτων είναι δική μου, καθώς έχω μόνο το πρωτότυπο κείμενο στην κατοχή μου. Μην κατηγορηθούν οι επίσημοι μεταφραστές των βιβλίων για πιθανές ανακρίβειες.

Saturday, February 6, 2021

Max Porter - Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτέρα- Λάννυ

"Ξαπλώνω ανήσυχος, έχοντας την εικόνα του γιου μου ξαπλωμένου στο παγωμένο γρασίδι να ψιθυρίζει σ'ένα δέντρο. Τι νομίζεις ότι χρειάζεται περισσότερη υπομονή, μια ιδέα ή  μια ελπίδα; Τι του συμβαίνει;"


Η σχέση μου με τα βιβλία είναι ιδιαίτερη. Όχι απαραίτητα με το διάβασμα, αλλά σίγουρα με τα βιβλία. Συνήθως όταν πέφτω πάνω σε ένα βιβλίο, ξέρω μέσα σε λίγα λεπτά αν μου κάνει ή δεν μου κάνει. Μια ματιά στο εξώφυλλο και τον τίτλο και άλλες δυο, τρεις στο κείμενο μέσα από ένα γρήγορο ξεφύλλισμα. Αν πίστευα σε μια υπερβατική πραγματικότητα θα έλεγα ότι οι επιλογές μου στα βιβλία είναι απόρροια της ύπαρξης της.

Ε λοιπόν, έτσι ακριβώς έγινε η πρώτη γνωριμία μου με το βιβλίο του Max Porter «Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά» πριν από κανένα χρόνο. Και δεν το συμπάθησα. Παρόλο που φαινομενικά όλα ήταν τέλεια. Ο εκδοτικός οίκος από τους αγαπημένους (Πόλις), με πάντα καλές επιλογές, αισθητικά υπέροχο εξώφυλλο, απίστευτη αίσθηση του χαρτιού (λίγη μυρωδιά παραπάνω δεν θα έβλαπτε) ο τίτλος αρκετά "πιασάρικος" και η μεταφράστρια του συγκεκριμένου βιβλίου, Ιωάννα Αβραμίδου, πάντα εξαίσια σε ό,τι αναλαμβάνει.

Το βιβλίο το συνάντησα πολλές φορές. Το έπιανα, το χάζευα και πάντα επέλεγα κάποιο άλλο.

Έλα όμως που η ζωή ευτυχώς, επιτρέποντας την τυχαιότητα, δεν μας αφήνει να περιοριστούμε αυστηρά και μόνο στις επιλογές που κάνουμε αλλά μας φέρνει κατακέφαλα αυτά που μπορεί να έχουμε απορρίψει, σαν να μας λέει με τον τρόπο της: «μην είσαι χαζή – δες και αυτό – μην κρίνεις πριν δοκιμάσεις, σαν υπεροπτικό ον, πιστεύοντας ότι έχεις το αλάθητο του Πάπα ». Αυτό άλλωστε κάνει τη ζωή, ζωή και εμάς φανατικούς ακόλουθους της.

"ΦΡΙΚΙΟ, είπε βήχοντας ο ένας τους βάζοντας τα γέλια.

Συνεχίσαμε τον δρόμο μας.

Δεν ήξερα τι να πω και τότε ο Λάννυ ρώτησε, Πιστεύεις ότι το είπαν για μένα ή για σένα;"

Το βιβλίο δεν το επέλεξα τελικά ποτέ, αλλά πριν από λίγο καιρό, μια φίλη μού χάρισε το «Λάννυ» του ίδιου συγγραφέα, το δεύτερο βιβλίο του δηλαδή, για το οποίο μέχρι τότε ούτε είχα δει, ούτε είχα ακούσει τίποτα (μάλλον είχα κλείσει τα αυτιά μου στον συγκεκριμένο συγγραφέα). Μου τόνισε δε, ότι της το πρότειναν από το βιβλιοπωλείο που συχνάζω, γεγονός που το ανέβασε στην εκτίμηση μου αφού μέχρι τώρα όλες οι προτάσσεις που έχουν έρθει από εκεί έχουν αποδειχτεί εξαιρετικές.

Για να μην πολυλογώ λοιπόν, μιας και ήδη το έκανα παραπάνω και με το παραπάνω, το βιβλίο μού άρεσε πολύ. Οι αρχικοί μου ενδοιασμοί μετατράπηκαν σε ενθουσιασμό καθώς προχωρούσα το διάβασμα και έμπαινα ολόψυχα μέσα σε αυτό το μικρό χωριό, με τον γέρο-Άκανθο, το υπερβατικό μυθολογικό πνεύμα, γέννημα θρέμμα του τόπου αυτού, που βρίσκεται παντού χωρίς όμως να βρίσκεται πουθενά, φύλακας της παιδικότητας, φύλακας του Λάννυ, μια ελπίδα για αυτόν τον κόσμο που αργοπεθαίνει. Από εκεί πέρασα στο πρώτο του βιβλίο που αποτελεί μια ωδή στη θλίψη, ένα σπαρακτικό αλλά και τόσο ελπιδοφόρο κείμενο, μια ομορφιά στο χαρτί. Πως περιγράφεις την απώλεια μιας μητέρας; Μα ακριβώς έτσι όπως το κάνει ο Porter. Βάζοντας της φτερά.

Διαβάζοντας λοιπόν ανάποδα τον Max Porter, δηλαδή διαβάζοντας πρώτα το δεύτερο βιβλίο του (στα ελληνικά) και μετά το πρώτο του (στα αγγλικά) μπήκα στο μαγικό του σύμπαν. Είναι πρωτότυπος χωρίς να το επιδιώκει, χωρίς δηλαδή αυτό να είναι αυτοσκοπός. Με έναν μαγικό ρεαλισμό του εικοστού πρώτου αιώνα και μια απίστευτη αντίληψη της βαθύτερης ουσίας των πραγμάτων και των συναισθημάτων τα οποία εκφράζει μέσα από έναν ποιητικό λόγο (ναι μπορείς να απομονώσεις κομμάτια και να τα κάνεις ποιήματα) έχοντας ως βασικά υλικά τη γη, τον αέρα, τον μύθο και την παιδικότητα δίνει μια νέα πνοή στην αγγλική λογοτεχνία, μια ανανέωση απαραίτητη στη σημερινή λογοτεχνία, ένα νέο αίμα που μεταγγίζει και πλουτίζει τον κόσμο των βιβλίων.

Και τα δύο βιβλία πραγματεύονται συναισθήματα απογυμνωμένα από οτιδήποτε μπορεί να τους αφαιρεί την αυθεντικότητα και την ουσία τους, καθώς και προβλήματα του σύγχρονου κόσμου όπως η κλιματική καταστροφή, οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις, οι προκαταλήψεις και η σημασία της τέχνης ως προέκταση, έκφραση αλλά και δημιουργό του εαυτού μας. Ο Porter κατάφερε να αποστάξει παιδικότητα στην πολυπλοκότητα, να λειάνει το ακατέργαστο της και να μεταμορφώσει την άγνοια σε γνώση. Τα βιβλία του αποτελούν μια αισθητική όαση στην ασχήμια της σημερινής εμπορικής κοινωνίας.

Αν τελικά επιλέξετε να διαβάσετε τα βιβλία του, ή μάλλον αν η θεά τύχη σας έκανε να πέσετε πάνω στο blog μου και επιλέξετε μετά να διαβάσετε τα βιβλία του, τότε σας συστήνω να τα διαβάσετε στις βόλτες σας, στο σαλόνι σας, στο κρεβάτι σας, σχεδόν σαν ένα φάρμακο, αρκετές φορές την ημέρα.

“We all used to get a lot of trouble from Mum for flecking the mirror with toothpaste.

For a few years we flecked and spat and over-brushed and our mirror was a white-speckled mess and we all took guilty pleasure in it.

One day Dad cleaned the mirror and we all agreed it was excellent. Various other things slipped. We pissed on the seat. We never shut drawers. We did these things to miss her, to keep wanting her."
 

Saturday, October 3, 2020

Άρης Μαραγκόπουλος - φλλσστ, φλλσστ,φλλλσσστ


"Πήγε άκρη άκρη στην παραλία, στην αντίθετη μεριά από εκεί που είχαν μαζευτεί εκείνοι, και ψευτοκρύφτηκε πίσω από δύο αχαμνά αρμυρίκια. Είχε σηκώσει κάμποσο κύμα αλλά ούτε αυτό τον ενόχλησε. Το χρειαζόταν. Ήθελε να χτυπηθεί με το αλμυρό νερό που ποτέ του δεν τον πρόσβαλε, να παλέψει, να χαθεί για λίγο μέσα στα θολωμένα νερά του ταραγμένου βυθού που ποτέ δεν τον έβλαψε, να εγκαταλείψει στον αφρό όλα τα εχθρικά στοιχεία του σύμπαντος που τον πλημμύριζαν αβάσταγη δυσφορία. Το θαλασσινό νερό του έκανε πάντα καλό. Γαλήνευε τις έγνοιες του, θεράπευε τις αρχαίες πληγές. Το προτιμούσε κι απ’ το διάβασμα." (σελ 23)


Οι μέρες κυλάνε μέσα σε έναν παφλασμό στην Ελλάδα της κρίσης, η θάλασσα προσφέρει το κατάλληλο σκηνικό για το ξέπλυμα των σκέψεων που τριγυρίζουν στα ταραγμένα μυαλά των πολιτών. Η χώρα ζει στιγμές προπολεμικές, η μπουκιά βγήκε μέσα από το στόμα των Ελλήνων, η κατοχυρωμένη ανάπτυξη κλάπηκε από τους ίδιους που την υποσχέθηκαν και τρεις γέροι Θωμάδες (άπιστοι; και αν ναι, σε τι;) ξεπλένουν το γερασμένο τους κορμί σε μια ακτή της (συμβολικής;) Βάρκιζας. Σε αυτό το σκηνικό, ως από μηχανής θεοί και παραλίγο ναυαγοί αναδύονται μέσα από το βασίλειο του Ποσειδώνα η επίγεια θεά εκ του Μεξικού Ινέθ με τον Έλληνα άντρα της Νώντα. 

Οι τρεις Θωμάδες αντιπροσωπευτικοί χαρακτήρες ενός μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας,- (ο βαρύς και ασήκωτος Μανιάτης Μπαγ’σάκος, ο αριστερός Ικαριώτης Ακ’μάτης και ο πασοκτζής ποριώτης πολιτικός μηχανικός/εργολάβος Π’λοπουλος), παρέχουν το κατάλληλο υλικό στον Άρη Μαραγκόπουλο για να στήσει ένα κοινωνικοπολιτικό, καταγγελτικό μυθιστόρημα. 

Ιδιοφυές επιχείρημα το «φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ» (προσπαθήστε να διαβάσετε δυνατά τον τίτλο) κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την πρώτη κιόλας σελίδα με τη χειμαρρώδη γλώσσα του Μαραγκόπουλου να μας παρουσιάζει τον έκτο/πρώτο/τρίτο, δεν έχει σημασία η σειρά, ήρωα του βιβλίου του, τον δάσκαλο Φώντα , αγουροξυπνημένο και με βέβαιη ταραχή μετά από έναν επεισοδιακό ύπνο, αντιμέτωπο στην αμέσως επόμενη σκηνή με μια μαινόμενη γυναίκα, βασανιζόμενο από τους ανθρώπινους περιορισμούς του και στο τέλος του πρώτου κεφαλαίου βουτηγμένο κιόλας στην καθαρτική παγωμένη θάλασσα, την αδιαμφισβήτητη πρωταγωνίστρια του βιβλίου. 

Κάπως έτσι βουτάει και ο αναγνώστης στην ανάγνωση του «φλλστ,φλλσστ,φλλλσστ» μέσα από έναν υπνωτικό λόγο που τον παρασέρνει κάνοντας δύσκολη την οποιαδήποτε απόδραση. Γιατί πέρα από την έξυπνη πλοκή, το «δυνατό» χαρτί του συγγραφέα είναι αυτός ο λόγος που παφλάζει σαν τα κύματα της θάλασσας, τόσες λέξεις κολλημένες με τέχνη η μία μετά την άλλη, ένα απίστευτα πλούσιο λεξιλόγιο, λέξεις που τρέχουν σαν το νερό και τις ακούς μια- μία στο αυτί σου ακόμα και αν διαβάζεις σιγανά. Σαν μια πεζή, ποίηση στην οποία όμως τις λέξεις δεν τις έχει επιλέξει κάποιος ποιητής αλλά η ίδια η πλοκή. Ο Μαραγκόπουλος βουτάει στα δύσκολα και γράφει ένα βιβλίο για τη δύναμη που κουβαλάει o κάθε άνθρωπος, για το μυστήριο, το πάθος, τη ζήλια, τη δικαιοσύνη, την απανθρωπιά, το έγκλημα και την τιμωρία. Ένα βιβλίο δηλαδή για τη ζωή του καθενός μας. 

Οι τρεις Θωμάδες, ο Φώντας και το ζευγάρι Ινέθ- Νώντας αποτελούν ένα τέλειο λειτουργικό σύνολο. Ο ένας ήρωας επιβεβαιώνει και αντισταθμίζει τον άλλον. Το ζευγάρι από το Μεξικό αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ιστορίας, την κόλλα που δένει αυτούς τους ανθρώπους μαζί, σε μια συναρπαστική ιστορία που αν δεν είχε μέσα της τόση αλήθεια και τραγικότητα θα αποτελούσε την τέλεια μαγιά για το πλάσιμο μιας ιστορίας τρόμου. 

"Σήκωσε ένα απελπισμένο, φλογισμένο βλέμμα στον ουρανό. Το άλογο φρούμαζε λαχανιασμένο, όμως το μαλακό φλαπ,φλαπ,φλαπ που έκαναν με την ακρίβεια εκκρεμούς οι ανοιχτές πυρρόξανθες φτερούγες του σκέπαζε τον θόρυβο απ΄ το ρουθούνισμα του. Ένας τυφλός δαίμονας ανάδευε αγριεμένος τη μέσα ζωή του λοστρόμου, δεν ήξερε τι άλλο μπορούσε να κάνει. Δεν ήξερε. Στράφηκε στη Λούπε: είχε κοντοσταθεί και τον περίμενε με γερμένο κεφάλι και παρόμοιο βλέμμα. – Τι άλλο είναι να κάνουμε, Λούπε; Το ζώο δεν μπορούσε ν’ αποκριθεί. (σελ 193)"


Το κεφάλαιο «Χαμηλό Βαρομετρικό» που στέκεται και μόνο του αν και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του βιβλίου αποτελεί μια λογοτεχνική καταγραφή της νεοελληνικής κοινωνίας, φωτιζόμενης ευρηματικά όχι μέσα από το φως αλλά μέσα από τη σκιά ενός φτερωτού αλόγου που σκεπάζει την πόλη αναδεικνύοντας τις λεπτομέρειες, όπως ακριβώς λειτουργεί η σκιά του Τανιζάκι (Εγκώμιο της Σκιάς) και ο κυβισμός του Πικάσο. Ακτινογραφώντας την κοινωνία του σήμερα, μπλέκοντας τα χίλια μύρια ονόματα και αναπτύσσοντας μια διεισδυτική ματιά, ο συγγραφέας δημιουργεί συνεχόμενες και καταιγιστικές λογοτεχνικές εικόνες καθώς σαρώνει νοητικά την Αθήνα με όλες τις παθογένειες της. 

Πολυγραφότατος και εξαιρετικός μυθιστοριογράφος ο Μαραγκόπουλος δίνει για άλλη μια φορά ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο. Το «φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ» πέρα από όλα τα παραπάνω, είναι ένα βιβλίο με έξι ιστορίες ανθρώπων και άλλες τόσες που μπλέκονται μεταξύ τους, με φόντο μια θάλασσα που τα ξεπλένει όλα ρυθμικά. Φλλσστ,φλλστ,φλλλστ.

"Ούτε ποιητής ούτε προφήτης ήταν ο λοστρόμος ώστε να απευθύνεται με τα παραπάνω λόγια στους συντρόφους του. Όσο όμως, κι αν ακούγεται περίεργο, αυτός ήταν ο αποχαιρετισμός του.  Πρόφερε τα λόγια του πολύ καθαρά, με μάτια μισάνοιχτα, λες και τα ψιθύριζε στο αυτί του κάποια αόρατη μούσα. Λες κι είχε πάρει πάλι πεγιότλ. Ή, απλώς λες και ο κάματος της μέρας που έφευγε κι η κατάσταση της υγείας του να είχαν κλονίσει βαθιά το συγκινημένο μυαλό του. Αλλά, εδώ που τα λέμε, τι κάνει τον άνθρωπο ποιητή; Η αληθινή ζωή, πάει να πει ο μοναδικός τρόπος που στέκεται αντίκρυ στον θάνατο. (σελ 339)"


Εκδόσεις Τόπος, 2020



Sunday, August 2, 2020

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς - Ο αόρατος Λεβιάθαν


Κρατώντας τον πήχη ψηλά όπως έκανε και με το "Είδωλα Πολιτισμού" αγαπημένο βιβλίο της μετεφηβικής ηλικίας μου, χρήσιμο για εμένα και ως "οδηγός ανάγνωσης" της κοινωνίας στην οποία τότε ξεκινούσα να μπαίνω με δειλά βήματα, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, μας δίνει με το καινούργιο του βιβλίο μια επιστημονική και εμπνευσμένη ανάγνωση της σημερινής παγκόσμιας κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης καθώς και των προγενέστερων καταστάσεων που τη σχημάτισαν.

Με γλώσσα που εμένα μου προσφέρει σχεδόν λογοτεχνική ευχαρίστηση και αναφορές στα έργα πλήθους πολιτικών και κοινωνικών επιστημόνων των τριών τελευταίων αιώνων, το βιβλίο του αποτελεί σημαντικό ανάγνωσμα που παρότι γράφτηκε πριν την πανδημία,. μπορεί να βοηθήσει και στην κατανόηση του τρόπου αντιμετώπισης της κρίσης αυτής από τις πολίτικες ηγεσίες και από τον ίδιο τον πολίτη.

Το φιλο-λογοτεχνικό κομμάτι του εαυτού μου δεν με αφήνει να μη σχολιάσω ότι κρυφοκοιτώντας το ευρετήριο ονομάτων στο τέλος του βιβλίου, μέτρησα περισσότερες αναφορές στον J.L. Borges απ' ό,τι στον Pierre Bourdieu. Αυτό το αναφέρω έτσι για να σας κεντρίσω την περιέργεια.

Εκδ. Πόλις
2020

Monday, June 22, 2020

Γιάννης Μακριδάκης - Ενάμιση δευτερόλεπτο φως

"...πρώτη φορά ένιωσε τότε ο Μάριος Τσόχος τη σημασία την αληθινή της λέξης ημερεύω, γίνομαι μέρα, εξημερώνομαι από τα σκοτάδια μου τα άγρια,..."


Η έννοια του φωτός μέσα στο σκοτάδι, από μόνη της μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης, στοχασμού και φιλοσοφικής αναζήτησης. Το σκοτάδι αντιπροσωπεύει την απουσία ορατότητας, κάτι που μπορεί να συνδυαστεί με την ανυπαρξία αλλά και με την αποσιώπηση του κακού. Ο φάρος διεισδύει στο σκοτάδι και βοηθάει στην πλοήγηση των πλοίων οδηγώντας τα σε ασφαλή μονοπάτια, το φως του όμως στην κυκλική και επαναλαμβανόμενη κίνηση του, διαρκεί μόνο για ενάμισι δευτερόλεπτο που ακολουθείται από άλλα δεκαοκτώμιση δευτερόλεπτα σκότους. 

Το βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη με τίτλο «Ενάμιση δευτερόλεπτο φως» περιγράφει την επιστροφή ενός επιτυχημένου επαγγελματικά μετεωρολόγου και παρουσιαστή, στον τόπο που γεννήθηκε και από τον οποίο είχε εκδιωχθεί σε μικρή ηλικία μέσα σε τραυματικές συνθήκες. 

Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι λιγοστοί αλλά επαρκούν. Δύο άνθρωποι, ο φαροφύλακας και ο Μάριος Τσόχος, μετεωρολόγος και γιος του παλιού φαροφύλακα και μια γαϊδούρα, η Κοκώνα, σιωπηλός μάρτυρας των τραγικών γεγονότων που διαδραματίζονταν κατά καιρούς στον φάρο του νησιού. Μέσα από αυτούς ο αναγνώστης θα πληροφορηθεί για το παρελθόν, την αφορμή δηλαδή όλης αυτής της μυθιστοριογραφίας, και τις πράξεις που διαδραματίστηκαν δίπλα σε τόσο δυνατό φως, κρυμμένες μέσα στο σκοτάδι. 

Η αλληγορία του φάρου λειτουργεί αποτελεσματικά μέσα στη νουβέλα του Μακριδάκη, ο αναγνώστης βαραίνει και ανασταίνεται ακολουθώντας την κυκλική κίνηση του φάρου – έναν κύκλο που πρόσφατα όμως αντικαταστάθηκε από ένα ημικύκλιο μιας και η ρυθμική κίνηση του φάρου δεν είναι πλέον απαραίτητή-, όχι πια, όχι τώρα που η λειτουργία του βασίζεται σε τεχνολογικά εξελιγμένες ηλεκτρικές λυχνίες. Η φώτιση έρχεται εύκολα αλλά δεν φωτίζει τα πάντα. Τα βουνά μένουν σκοτεινά. Ο κύκλος της ζωής έχει διαταραχθεί, το καλό δεν διαδέχεται πάντα το κακό και ο ίδιος ο φάρος δεν είναι πια απαραίτητος. Η πορεία των πλοίων διασφαλίζεται και στην ανυπαρξία φωτός, καθοδηγούμενη από τα μαθηματικά δεδομένα. Οι δημιουργίες του ανθρώπου απομακρύνονται όλο και πιο πολύ από την δική του φύση η οποία όμως δείχνει να μην μπορεί να αποκοπεί από την βίαιη ζωώδη καταγωγή της. Η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν καθοδηγείται από τα ίδια μαθηματικά δεδομένα αλλά από κάτι άλλο, κάτι απροσδιόριστο, κάτι που κρύβεται στα βάθη της ύπαρξης μας και συγγενεύει πιο πολύ με τη φωτιά, το φως του φάρου και το βαρίδιο που το θέτει σε κυκλική κίνηση πάρα με το ηλεκτροφόρο καλώδιο και τις ηλεκτρονικές συντεταγμένες. Άραγε αυτή η πρόοδος μπορεί να συμπαρασύρει και την ανθρώπινη ψυχή σε πιο λογικά καθοδηγούμενα μονοπάτια ή απλώς μεγαλώνει την απόσταση με αυτήν και κάνει την κατανόηση της ουσίας μας πλέον αδύνατη; 

Δύο άνθρωποι μέσα στον φάρο. Το βάρος που κουβαλάνε δεν μας πλακώνει, είναι σαν να βλέπουμε μέσα στο σκοτάδι της ιστορίας τους μια λάμψη. Η διήγηση του Μακριδάκη έχει τη δυναμική ενός μελτεμιού και όχι μιας άγριας τραμουντάνας. Ο ουρανός μένει καθαρός αλλά η θάλασσα σε λικνίζει δυνατά. Ο λόγος του, χωρίς τελείες, μόνο με κόμματα και άνω τελείες σε κάνει να πιστεύεις ότι όλα αυτά κυλάνε και φεύγουν. Όλο το βιβλίο το ένιωσα σαν να με κουβαλούσε πάνω του. Θέλει ικανότητα για να καταφέρεις να θίξεις τραγικά θέματα της ανθρώπινης φύσης σαν να περιγράφεις έναν νυχτερινό περίπατο. Σαν να φυσάει ο άνεμος. Ο Μάριος Τσόχος ή Καιρός, ο Ιπποκράτης Κοκκινογένης ή Τιμάριθμος, η Κοκώνα η γαϊδούρα και το φάντασμα του Τσοχόσπυρου. Όλοι κυλάνε κάτω από το φως και μέσα στο σκοτάδι με κατεύθυνση την έξοδο. 

Μικρό βιβλίο, μόλις 120 σελίδες αλλά λουσμένο από φως. Να το πάρετε. 


"...έκατσε κάμποση ώρα εκεί στα άβολα σκαλοπάτια του πυργοφάναρου και έκλαψε για όλα τότε ο Μάριος Τσόχος, ούτε ήξερε πόσην ώρα έκλαιγε, πόσο σκοτάδι έσβησαν πόσες αναλαμπές, έκλαψε που όλοι οι άνθρωποι έχουν γεννηθεί από τέρατα διότι όλοι οι άνθρωποι έχουν το τέρας μέσα τους∙ σκέφτηκε τότε, ανάμεσα στα μικρά διαλείμματα φωτός μες στο σκοτάδι και στα μεγάλα σκοταδιού μέσα στο φως, ότι αν ήταν τα πράγματα αλλιώς και αν ήταν άλλος ο πατέρας του δεν θα ήταν και αυτός ο ίδιος, αλλά ένας άλλος άνθρωπος κάπου αλλού ίσως εκείνη τη στιγμή, θα έκανε στη ζωή του άλλα πράγματα και δεν θα είχε βρει στον δρόμο του το Κατερινιώ, και τότε συνειδητοποίησε τη σκέψη την πιο απελευθερωτική απ'όλες, τη σκέψη που τον έκανε να κατηφορίσει τα σκαλιά σιγά-σιγά και να πάει να ξaπλώσει ανάσκελα με τα ρούχα στο κρεβάτι του να κοιμηθεί, με το μυαλό του όμως σε εγρήγορση ώστε να ξυπνάει κάθε τόσο και να ελέγχει τη λειτουργία του φάρου, σκέφτηκε ότι γι αυτόν τον λόγο εμφανίστηκε στη ζωή του το Κατερινιώ, για να τον οδηγήσει ξανά στο νησί και να τα μάθει όλα όσα έπρεπε να ξέρει για τον εαυτό του και δεν τα γνώριζε και ούτε με άλλον τρόπο θα τα μάθαινε ποτέ,..."

Εκδόσεις Εστία, 2020

Wednesday, May 13, 2020

James Baldwin - Το κουαρτέτο του Χάρλεμ (Just above my head)


"We didn’t wait for white people to have a change of heart, or change their laws, or anything, in order to be responsible for each other, to love our women, or raise our children. You better not wait, either. They ain’t going to change their laws for us-it just ain’t in them. They change their laws when their laws make them uncomfortable, or when they think they can see some kind of advantage for them -we ain’t, really, got nothing to do with it.” 

“If we had ever” said Florence, “depended on white folks for anything, there wouldn’t be a black person alive here today.”

“Mama,” asked Arthur. “you think they can’t change?” 



Με αφορμή την έκδοση του από τις εκδόσεις Πόλις διάβασα στο αγγλικό πρωτότυπο το βιβλίο του James Baldwin “Just Above my head”, μεταφρασμένο στα ελληνικά ως «Το κουαρτέτο του Χάρλεμ». 

Ήδη από τις πρώτες σελίδες αισθάνθηκα ότι είμαι αδικαιολόγητη που δεν γνώριζα τίποτα για τον συγγραφέα του. Μετά από μικρή αναζήτηση στο διαδίκτυο επιβεβαιώθηκα ότι ο Baldwin έχει αφήσει το σημάδι του στην Αμερικάνικη λογοτεχνία του εικοστού αιώνα. Ανοίγοντας τον δρόμο για τους μαύρους λογοτέχνες, απελευθερώνοντας τη μαύρη φωνή, απαλλάσσοντας την από λευκές επιρροές και φτιασιδώματα έδωσε στον κόσμο μια αυθεντική λογοτεχνία που υπερβαίνει τη δύναμη της καταγωγής της. 

Το βιβλίο περιγράφει μέσα από τη διήγηση του μεγάλου αδερφού του, την πορεία του Άρθουρ Μοντάνα, τραγουδιστή των μπλουζ, από τις εκκλησίες του Χάρλεμ και τους ύμνους γκόσπελ, στα μπαράκια του Παρισιού και του Λονδίνου προς τη διεθνή αναγνώριση. Ο Άρθουρ, γέννημα θρέμμα του Χάρλεμ, μαύρος και ομοφυλόφιλος αποτελεί κομμάτι μιας νεολαίας που βυθίζεται στα ναρκωτικά, την πορνεία και την εγκληματικότητα. Ο πόλεμος της Κορέας καταπίνει όσους νέους έχουν καταφέρει να επιβιώσουν σε αυτόν τον χώρο των απελευθερωμένων σκλάβων σε μια Αμερική που δεν ξέρει ακόμα πώς να τους εντάξει στο σύστημα της, σχεδόν εκατό χρόνια μετά την επίσημη λήξη της δουλείας. Οι περιοδείες του Άρθουρ στον αμερικανικό νότο αναδεικνύουν μέσα από τις περιγραφές του Baldwin, το μέγεθος του αφροαμερικανικού προβλήματος καθώς τη δεκαετία του 50 το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων αναζωπύρωσε τις εστίες μίσους προς τους μαύρους και έδωσε πάτημα στην Κου Κλουξ Κλαν για την επανεκκίνηση των επιθέσεων της στην τρίτη και τελευταία περίοδο δράσης της. 

Ο Baldwin καταφέρνει να βάλει τον αναγνώστη με ευκολία μέσα στο κλίμα της μαύρης κοινότητας της δεκαετίας του πενήντα. Στα αυτιά μου έφταναν οι ήχοι της Mahalia Jackson, και του James Brown, ένιωθα τις δονήσεις των γκόσπελ μέσα στις εκκλησίες, καταλάβαινα ακριβώς γιατί η περηφάνια εμπόδιζε τους μαύρους να χαρούν το πρόσφατα αποκτημένο δικαίωμα πρόσβασης στα λεωφορεία των λευκών, μια κίνηση ελεημοσύνης όπως έλεγαν για κάτι αυτονόητο. Περισσότερο καταλάβαινα ότι αυτό που ένιωθαν οι μαύροι προς τους λευκούς δεν ήταν ακριβώς θυμός αλλά πιο πολύ κάτι σαν απαξίωση. Οι λευκοί δύσκολα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί γιατί είχαν φανεί κατώτεροι. Ένα αίσθημα λύπης με κατέκλισε κατά την ανάγνωση, όχι μόνο για τα βάσανα του μαύρου λαού αλλά και για όλα αυτά που έχανε η Αμερική μη αποδεχόμενη τους ανθρώπους που εκείνη είχε φέρει σε αυτή τη γη. Η πλούσια πολιτιστική προσφορά των μαύρων στην αμερικάνικη κοινωνία είχε μόλις αρχίσει να εμφανίζεται. Ο αγώνας για μια δίκαια κοινωνία θα αποδεικνυόταν μακρύς. Η αλήθεια είναι ότι η ομορφιά της οποιασδήποτε ποικιλομορφίας τρομάζει ακόμα τους λαούς. Ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι ακόμα αιτία κοινωνικού ή κυριολεκτικού λιθοβολισμού στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Οι γυναίκες ακόμα παλεύουν να βρουν τη θέση τους. Οι μειονότητες κάθε είδους ακόμα αδικούνται. 

Μπορεί οι συνθήκες ζωής των μαύρων στις ΗΠΑ να έχουν κατά πολύ βελτιωθεί από την εποχή που έζησε ο Baldwin, κάοια πράγματα όμως έχουν μείνει επικίνδυνα ίδια. Πρόσφατα διάβαζα μια συνέντευξη του Rashawn Ray καθηγητή κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Maryland, την οποία έδωσε με αφορμή την πρόσφατη δολοφονία ενός 25χρονου μαύρου jogger από έναν λευκό. Ο δράστης υποστήριξε ότι τον πέρασε για διαρρήκτη. Ο Rashawn Ray μετά από έρευνα σε δείγμα πεντακοσίων λευκών και μαύρων ατόμων συμπέρανε ότι οι μαύροι άντρες, που ζουν σε γειτονιές κυριαρχούμενες από λευκούς, αισθάνονται ότι απειλούντα. Αυτός ο φόβος πηγάζει από τη γνώση ότι οι λευκοί κατά πλειοψηφία τούς θεωρούν a priori παραβατικούς βασιζόμενοι σε φυλετικές προκαταλήψεις ετών. 

Ο Rashawn Ray κατέληξε στο ότι η πλειοψηφία των αντρών που πήραν μέρος στην έρευνα, προσπαθούσαν να «αποδείξουν» τη μη επικινδυνότητα τους, χρησιμοποιώντας διάφορους τρόπους όπως το να φοράνε το μπλουζάκι της σχολής τους όταν τρέχουν και να αποφεύγουν ερημικούς δρόμους το βράδυ, όντας έτοιμοι πάντα να επιδείξουν την ταυτότητα τους σε πιθανή συνάντηση τους με αστυνομικό ή άτομο ιδιωτικής ασφάλειας. 

Η ιστορία του βιβλίου μπορεί να εκτυλίσσεται στην Αμερική των 50s αλλά η παραπάνω κατάσταση απέχει πολύ λίγο από τη σκηνή του βιβλίου στην οποία κανένας ταξιτζής δεν ανταποκρίνεται στα νεύματα του Χαλ, του μεγάλου αδερφού του Άρθουρ όταν προσπαθεί να βρει ταξί ένα κρύο βράδυ, γυρνώντας με την κοπελιά του από μια βραδινή έξοδο. Οι ταξιτζήδες δεν σταματάνε το βράδυ όταν ο υποψήφιος πελάτης είναι μαύρος. 

Πέρα όμως από τη μαύρη πολιτική φωνή που αναδύεται ξεκάθαρα, το βιβλίο έχει αυτόνομη λογοτεχνική αξία. Στις σελίδες του ο Baldwin περιγράφει τις ανθρώπινες σχέσεις, τη φιλία, την οικογένεια, την αγάπη και τη μοναξιά μέσα από χαρακτήρες ολοκληρωμένους και με μια εξαίσια ικανότητα μυθοπλασίας. Το «Κουαρτέτο του Χάρλεμ» είναι ένα βιβλίο διαχρονικό με γλώσσα που δεν προδίδει την ηλικία του. Θα το θυμάμαι και θα προκαλέσει έναυσμα για να διαβάσω και τα υπόλοιπα μυθιστορήματα του ίδιου. 

Μπράβο στις εκδόσεις Πόλις που αποφάσισαν να το εκδώσουν στα ελληνικά. Καιρός ήταν να το κάνει κάποιος. 



It’s like we used to say in the church, and it’s still true-the sinner can’t be saved unless he knows he’s a sinner. And you surrounded by junkies, child. This is a nation of sleepwalkers, and they can’t wake up.” She reaches out, and touches Tony’s face, lightly. “And death comes, baby, that’s all. It’s best, when death comes, that he wrap his arms around you, and take you with him. Death can strike you, and leave you grinning where you are-like a skeleton with cloths on. It’s happening around us every day. You just look around you, when you walk out tomorrow morning”

Wednesday, April 15, 2020

D.H. Lawrens - Ο παραβάτης (The Trespasser)




Μια πανδαισία αισθήσεων περιμένει τον υπομονετικό αναγνώστη του The Trespasser (Ο παραβάτης) του D.H Lawrens. Το βιβλίο αυτό δεν είναι για τους βιαστικούς. Μάλλον γράφτηκε για να το διαβάσουμε εμείς οι έγκλειστοι επιβάτες του πλανήτη γη, στην εποχή της πανδημίας του Covid-19. Κάθε λέξη στο πρώτο μέρος του βιβλίου μεταφέρει το αεράκι της ανατολικής ακτής της Αγγλίας στο μάγουλο μας. Κάθε συναίσθημα μετριέται με το μέγεθος της φουσκοθαλασσιάς, κάθε άγγιγμα με τη μορφή μιας καταιγίδας και κάθε δάκρυ είναι το αποτέλεσμα του καυτού ήλιου στα πρόσωπα των εραστών

Η ιστορία είναι απλή. Μια απιστία. Ο D.H Lawrens ακονίζει την πένα του δεκαέξι χρόνια πριν γράψει το αριστούργημα του “Ο εραστής της Λαίδης Chatterley” ζωγραφίζοντας πάνω στο φυσικό τοπίο τη μάχη δύο ανθρώπων με τον έρωτα. Ο Σίγκμουντ, μουσικός, παντρεμένος από πολύ μικρός με τη Βεατρίκη και κουρασμένος από τη σχέση του, ερωτεύεται τη νεαρή βιολίστρια Ελένα και φεύγει για πέντε ημέρες στην εξοχή μαζί της. 

Το πρώτο μέρος του βιβλίου αποτελείται από λεπτομερείς περιγραφές του φυσικού τοπίου και των μεταμορφώσεων του, που βρίσκονται σε απόλυτη αναλογία με τις διαθέσεις και την πορεία του παράνομου ρομάντζου. Οι εραστές, εναρμονισμένοι με τη φύση, «χορεύουν» στον ρυθμό της ακόμα και όταν αυτός κινδυνεύει -όπως ακριβώς και ο έρωτας τους - να τους καταπιεί. Έρωτας που φαίνεται να έχει μια αυτόνομη παρουσία, υπαρκτός ακόμα και χωρίς αυτούς, σαν συναίσθημα χωρίς συγκεκριμένο αποδέκτη, επιθυμητό μόνο για την δύναμη του να ξεσκεπάζει τη φύση και να χαρίζει ενέργεια, κίνητρο και χρώμα στον ξενιστή του, εκτρέποντας ακόμα και την μονότονη περιοδική κίνηση του σύμπαντος. 

Το αστικό τοπίο του δεύτερου μέρους έρχεται σε αντιπαράθεση με τη φωτεινή φύση του πρώτου, οριοθετώντας τη μετάβαση του «αμαρτωλού Σίγκμουντ» από τον παράδεισο στην τιμωρία του. Το ταξίδι της επιστροφής με το τρένο είναι αργό και βασανιστικό. Η Ελένα βρίσκεται εκεί απέναντι του, ανυπόφορη υπενθύμιση της επικείμενης απουσίας της. Ο Σίγκμουντ σαν ένας άλλος Ρασκόλνικωφ , δεν μπορεί να αντέξει το ηθικό αδιέξοδο της πράξης του. Η αίσθηση του οικείου που φέρνει η επαφή του σώματος του με το συζυγικό κρεβάτι δεν είναι ανακουφιστική αλλά βασανιστική και ανυπόφορη. Η ενοχή που γεννιέται παράλληλα με την επιθυμία του τον εμποδίζει να αισθανθεί ηδονή, ο κόσμος δείχνει να κινείται χωρίς αυτόν και ο Σίγκμουντ μοιάζει με έναν χαρτοπαίχτη που τον έπιασαν να κλέβει. 

Ο D.H Lawrens με το βιβλίο του «Ο παραβάτης» μας έδωσε μια νουβέλα (εμπνευσμένη από την αληθινή ιστορία της φίλης του Helen Corke) που παρουσιάζει τον έρωτα και τον θάνατο ως τις μοναδικές δυνατές μορφές ζωής. Με συναρπαστικές περιγραφές, λυρική γλώσσα και διεισδυτική ματιά στην ανθρώπινη φύση αποτελεί ένα τέλειο ανάγνωσμα για να θυμηθούμε τι αποκαλούμε καλή λογοτεχνία.

"What is the music of it?" he asked

She glanced at him. His eylids were half lowered, his mouth slightly open, as if in ironic rhapsody.

"Of what, dear?"

"What music do you think holds the best interpretation of sunset?"

Tuesday, March 31, 2020

Νίκος Γκίκας - Η διαθήκη του δολοφόνου



«Σπάνια μεν, οδυνηρά δε, τις ελάχιστες φορές που τυχαίνει να επιστρέψει ο εφιάλτης, το θύμα κυριεύεται από ένα αιφνίδιο και σαρωτικό αίσθημα τρόμου, μια έκρηξη πανικού, αφού συλλαμβάνεται απροετοίμαστο για ό,τι ακολουθεί. Γι’ αυτό βέβαια δεν έφταιγε τόσο ο Δριμός κι η έμπνευση του να τηλεφωνήσει για μια ακόμα φορά πριν καν ο ωροδείκτης δείξει πέντε το πρωί, όσο ο ήχος της συσκευής του τηλεφώνου, που εύκολα μπορούσε να περάσει, εν μέσω βαθύ ύπνου, για κροτάλισμα οπλοπολυβόλου τη στιγμή της εκτέλεσης· ίσως πάλι να έφταιγε η αμέλεια του δύστυχου υπαστυνόμου να χαμηλώσει την ένταση του, η οποία τόσο απάνθρωπα πέταξε από τον ύπνο της τη δύστυχη γυναίκα του κι εκείνη με τη σειρά της τον άντρα της κάτω απ’το κρεβάτι» 


Δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να σχολιάσω ένα βιβλίο αστυνομικής λογοτεχνίας. Δε ξέρω καν αν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να διαβάσω ένα βιβλίο αστυνομικής λογοτεχνίας. Λάτρης της Αγκάθα Κρίστη και του ήρωα του Doyle, τον Σέρλοκ Χολμς (όπως πολλοί) με μόνα σχετικά σύγχρονα αναγνώσματα αυτού του είδους να είναι βιβλία του Παδούρα και του Philip Kerr (ο πρώτος μου αρέσει, ο δεύτερος έτσι κι έτσι) ξέρω ότι αυτό που εγώ αποζητώ σε ένα βιβλίο δε θα το βρω εκεί. Ο λόγος που διαβάζω βιβλία είναι αυτό το ευχάριστο ρίγος που νιώθω όταν μέσα από μια γραπτώς διατυπωμένη σκέψη, μια ζωγραφισμένη με λέξεις εικόνα ή μια απλώς όμορφη σειρά λέξεων νομίζω ότι ανακαλύπτω την πηγή της ευτυχίας. Αυτό το ρίγος δε μπορεί να το φέρει ποτέ μια «πλοκή» όσο καλοστημένη και αν είναι. Αυτό είναι και το πρόβλημα μου με τα περισσότερα αστυνομικά βιβλία. Ότι επικεντρώνονται στην πλοκή. 

Τυχαία, έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Νίκου Γκίκα «Η διαθήκη του δολοφόνου». Ξεκίνησα να το διαβάζω εν μέσω της επιδημίας του Κορονοϊού με το σκεπτικό ότι θα μου είναι πιο εύκολο να συγκεντρωθώ σε ένα κείμενο που θα απαιτήσει από εμένα λιγότερη προσήλωση. 

Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου ο Γκίκας μας συστήνει τον κεντρικό χαρακτήρα του, τον Άρη Δριμό μέσα από το ντιβάνι της υπηρεσιακής ψυχιάτρου επιφορτισμένης με το καθήκον να εντοπίζει πιθανές ψυχολογικές ενδείξεις που μπορεί να καθιστούν τον αστυνομικό «ακατάλληλο» προσωρινά ή επ’ αόριστο για το Αστυνομικό Σώμα. Το προφίλ του Δριμού, αστυνομικού με σοβαρό πρόβλημα υγείας, χωρισμένο και μάλλον παραδομένο στη μοίρα του, βάζει τον αναγνώστη ήδη από την αρχή σε μια νουάρ διάθεση θέτοντας τον σε ετοιμότητα για το έγκλημα που ξέρει ότι θα ακολουθήσει. Ο θάνατος ενός πλούσιου γιατρού κινητοποιεί τον αστυνομικό μηχανισμό και το διάβασμα της διαθήκης που θα επακολουθήσει περιπλέκει τα πράγματα αφού ο νεκρός με επιστολή που έχει αφήσει προαναγγέλλει έναν δεύτερο θάνατο για τον οποίο αποκλειστικά υπεύθυνος θα είναι ο ίδιος. 

Το πρώτο πράγμα που παρατήρησα στο βιβλίο του Νίκου Γκίκα ήταν η ομορφιά της γραφής του. Αυτό και μόνο αρκεί για να το διαφοροποιήσει από τα απλά αστυνομικά βιβλία. Η γραφή του Γκίκα έχει τη δύναμη να συγκρατήσει το βλέμμα του αναγνώστη, μειώνοντας τον ρυθμό ανάγνωσης και αποτρέποντας το συνηθισμένο λάθος του αναγνώστη που «σκανάρει» τις σελίδες με μόνο κίνητρο τη λύση του αινίγματος, την αποκάλυψη δηλαδή του δολοφόνου ή στη συγκεκριμένη περίπτωση που ο δολοφόνος ήταν γνωστός, την αποκάλυψη του τρόπου με το οποίο εκτελέστηκε το έγκλημα. Το κείμενο στο συγκεκριμένο βιβλίο, δεν αποτελεί απλώς ένα σκαλί που θα οδηγήσει στην τελική λύση, αλλά αποτελεί από μόνο του μια αναγνωστική εμπειρία, όπως πρέπει δηλαδή να είναι όλα τα κείμενα στα βιβλία που θέλουν να θεωρούνται λογοτεχνικά. 

Δεύτερο στοιχείο που με εξέπληξε ευχάριστα ήταν η δημιουργία ολοκληρωμένων χαρακτήρων, μακριά από σχηματοποιημένους χαρακτήρες/καρικατούρες που πολλές φορές χρησιμοποιούνται στην αστυνομική λογοτεχνία με σκοπό να εξυπηρετήσουν  την εξέλιξη της πλοκής σε καταστάσεις που έτσι κι αλλιώς δεν χαρακτηρίζονται ως συνηθισμένες. Οι χαρακτήρες που έχει πλάσει ο Γκίκας δείχνουν να αναπνέουν πραγματικά, ταλαιπωρούνται από προβλήματα που πολλοί από τους αναγνώστες έχουν ή μπορεί να έχουν να αντιμετωπίσουν στο μέλλον, είναι τρωτοί, θνητοί και κάποιες φορές αρκετά μικροί. Η Αλίκη κόρη του θανόντος, με τη συναισθηματική της εξάρτηση από τον σύζυγο της δεν είναι σε καλύτερη θέση από τη μικρή συμπαθητική Έρση, νεαρή hacker εθισμένη στα χάπια, που προσφέρει ανεκτίμητη βοήθεια στον Δριμό (αυτός ο χαρακτήρας θα μπορούσε να μας προσφέρει πολλούς απολαυστικούς διαλόγους νομίζω – σε ένα πιθανό sequel), η μικρή εγγονή της οικογένειας δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να περιλάβει στο σκηνικό του ένα μικρό «Μυστικό μέρος», κάτι που υπάρχει στο φαντασιακό των περισσότερων αναγνωστών και προφανώς και στο δικό του, η κόρη του Δριμού, Ειρήνη, συνδετικός κρίκος σε μια άλλη πραγματικότητα, σε μια άλλη ζωή, του υπενθυμίζει το κομμάτι που έχει χάσει, και τέλος ο ίδιος ο Δριμός, σπαρακτικός χαρακτήρας, μια υπενθύμιση ανθρώπου που καθώς δεν έχει βρει τον δρόμο του σε αυτή τη ζωή, θα μπορούσε να θεωρηθεί ξοφλημένος αν δεν αναποδογύριζε τους όρους αυτής με την τελική του πράξη. 

Η τρίτη παρατήρηση μου αφορά τη ζωντάνια των διαλόγων. Θεωρώ τους διαλόγους αρκετά δύσκολο κομμάτι της μυθοπλασίας. Όπως στο θέατρο είναι δύσκολο για τον ηθοποιό να αναπαραστήσει τον εαυτό του χωρίς να γίνεται αισθητό ότι αυτό είναι μια «αναπαράσταση» έτσι και στη λογοτεχνία είναι δύσκολο να κατασκευάσεις έναν διάλογο που να αποπνέει φυσικότητα αποκρύβοντας την κατασκευασμένη του φύση. Κάθε προσπάθεια αναπαράστασης του φυσικού απαιτεί την απόλυτη κατανόηση των κανόνων λειτουργίας του. Στη «Διαθήκη του δολοφόνου» οι διάλογοι δεν πάσχουν από την «αμηχανία» που δημιουργεί η αποτυχία μίμησης της πραγματικότητας. Η φυσική ροή της κουβέντας έχει επιτευχθεί και επιπλέον οι διάλογοι έχουν καταφέρει να υπηρετήσουν αποτελεσματικά την πλοκή. Θα μπορούσαν να έχουν χρησιμοποιηθεί σε περισσότερα σημεία ώστε να μειώσουν κάποια περιγραφικά κομμάτια αλλά αυτό θα έφερνε αναπόφευκτα αύξηση του αριθμού των σελίδων με αβέβαια αποτελέσματα στην αντοχή του μέσου αναγνώστη, οπότε θεωρώ ότι καλώς κρατήθηκε αυτή η ισορροπία. 

Και φτάνουμε και στην πλοκή. Την άφησα τελευταία για να τονίσω ότι αυτό το βιβλίο δε βασίζεται αποκλειστικά στην πλοκή του. Η ιστορία είναι έξυπνη. Αγωνία τεράστια δε δημιουργείται μεν ποτέ, υπάρχει όμως η περιέργεια κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης για το τι μπορεί να έχει συμβεί. Η αφήγηση αφήνει παραθυράκια στον αναγνώστη να δημιουργήσει τα δικά του σενάρια (τα δικά μου πάντως διαψεύστηκαν και αυτό νομίζω ότι είναι καλό), και η λύση του αινίγματος είναι αποδεκτή και αληθοφανής. 


Θα τελειώσω χαρακτηρίζοντας το βιβλίο του Γκίκα ως ένα απολαυστικό αστυνομικό μυθιστόρημα με πολλές δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης σε ένα πιθανό sequel. Οι χαρακτήρες του σίγουρα το ζητάνε και μπορούν να το υποστηρίξουν. Θα μας το δώσει ο Γκίκας;






ReplyForward















εκδ Bell

Friday, February 21, 2020

Anna Burns - Ο Γαλατάς (Milkman)



«Την εποχή εκείνη, δεκαοχτώ χρονών, μεγαλωμένη σε μια κοινωνία έτοιμη να εκραγεί, όπου οι βασικοί κανόνες ήταν –αν δεν ασκούσαν πάνω σου σωματική βία, αν δεν σ ᾽έβριζαν κατάμουτρα, αν δεν σου ᾽ριχναν ανοιχτά προσβλητικές ματιές, τότε δεν έτρεχε τίποτα, πως γινόταν λοιπόν να κινδυνεύεις από κάτι που δεν υπήρχε καν; στα δεκαοχτώ δεν είχα σαφή αντίληψη του τι αποτελούσε παρενόχληση, προσβολή, επίθεση. Είχα μια ιδέα, μια διαίσθηση, μια απέχθεια για κάποιες καταστάσεις και για κάποιους ανθρώπους, αλλά δεν ήξερα πως η διαίσθηση και η απέχθεια μετράνε, δεν ήξερα πως είχα το δικαίωμα να μη μ’ αρέσει, να μη θέλω, να μην είμαι αναγκασμένη να δέχομαι όποιον με πλησίαζε. Η καλύτερη περίπτωση για μένα εκείνες τις μέρες ήταν να ελπίζω ότι ο κάθε ενδιαφερόμενος θα έλεγε στα γρήγορα ό,τι ήταν αυτό που νόμιζε ότι ήταν φιλικό κι ευγενικό να πει, κι ύστερα θα ‘φευγε · ή να καταφέρω να φύγω εγώ, ευγενικά και στα γρήγορα, με την πρώτη ευκαιρία.»


Μια δυνατή γυναικεία φωνή από αυτές που τόσο έχει ανάγκη η λογοτεχνία. Και τονίζω το γυναικεία γιατί σε αυτό το βιβλίο το φύλο της αφηγήτριας καθορίζει άμεσα το ύφος του βιβλίου. Η φωνή της -κοπέλας που διαβάζει περπατώντας-, της αφηγήτριας δηλαδή είναι μια φωνή αυθεντική που αναβλύζει μέσα από μια πηγαία αλλά και συνειδητοποιημένη θέαση του κόσμου, η οποία εμφανίζεται ανέγγιχτη από τις κοινωνικές επιρροές που πολλές φορές καταδικάζουν τις ίδιες τις γυναίκες να γίνουν φορείς της ίδιας τους της καταπίεσης. (βλέπε Bourdieu -Η ανδρική Κυριαρχία). Αυτό που κάνει την αφηγήτρια στόχο μέσα στην κοινωνία που ζει είναι η απόλυτη ανοσία της στις κοινωνικές φωνές που την καταδιώκουν σαν αποπροσανατολισμένες ερινύες. Φωνές που καθώς είναι τόσο διαφορετικές από την δική της μπορούν απλώς να δημιουργούν μια αδύναμη παραφωνία, μόνο προσωρινά απειλητική. 

Το σκηνικό της πλοκής, χωρίς αυτό να αναφέρεται ξεκάθαρα στο βιβλίο, παραπέμπει στην Ιρλανδία της δεκαετίας του εβδομήντα, την εποχή των «Ταραχών» (The troubles) όταν ο ΙΡΑ μεσουρανούσε και οι προτεστάντες με τους καθολικούς βρισκόντουσαν στα μαχαίρια. Παρόλα αυτά δεν έχει σημασία αν η χώρα που υπονοείται σε αυτό το βιβλίο είναι αυτή ή οποιαδήποτε άλλη χώρα, που βρίσκεται σε έντονο διχασμό και αμφισβήτηση της κρατικής εξουσίας, σημασία έχει ότι στο βιβλίο περιγράφεται μια κοινωνία στην οποία ο φανατισμός είναι ο βασικός αλλά όχι ο μόνος εχθρός, γιατί κάτω από αυτόν αναπτύσσονται και περνάνε απαρατήρητες όλες οι παθογένειες των κλειστών κοινωνιών όπως το κουτσομπολιό, οι φήμες, η κατακραυγή των ελεύθερων πνευμάτων και φυσικά ο περιορισμός στον αυτοκαθορισμό της γυναικείας υπόστασης. 

Η συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί ονόματα αλλά περιγραφές για τους χαρακτήρες που εμφανίζονται στο βιβλίο, με τον ίδιο τρόπο που οι ινδιάνοι ονομάτιζαν τους εαυτούς τους βάσει των βασικών χαρακτηριστικών τους ή των γεγονότων που τους έχουν συμβεί. Μέσα σε αυτή τη περίεργη ονοματοδοσία η Anna Burns μας παρουσιάζει από την πρώτη παράγραφο του βιβλίου τον «Γαλατά», τον άνθρωπο που αποτελεί την ύπουλη απειλή για την κοπέλα που περπατάει διαβάζοντας, μια απειλή όμως η οποία δεν μπορεί να καθοριστεί ακριβώς, δεν μπορεί να περιγραφεί και κατ’ επέκταση δεν μπορεί να ορισθεί επίσημα ως απειλή, καθώς δεν υπάρχει τίποτα χειροπιαστό που να την χαρακτηρίζει. Η αφηγήτρια ζει από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου κάτω από την επήρεια της απειλής αυτής χωρίς να μπορεί να μοιραστεί αυτήν την κατάσταση με κανένα.

Ο «Γαλατάς» μπορεί να είναι όλη η κοινωνία. Σίγουρα ο «Γαλατάς» δεν θα μπορούσε να υπάρχει χωρίς την συναίνεση της υπόλοιπης κοινωνίας, είναι δημιούργημα της και καμάρι της. Η Anna Burns σαν ένας θηλυκός Κάφκα, πλέκει τον ιστό που δένει όλο και περισσότερο την αφηγήτρια στα δίχτυα μιας εφιαλτικής κοινωνικής κατακραυγής χωρίς να έχει υπάρξει ουσιαστική αιτία άλλη εκτός από την διαφορετικότητα του χαρακτήρα της. «Αυτό που δεν τους δίνεις θα το δημιουργήσουν μόνοι τους» προειδοποιεί κάποια στιγμή την αφηγήτρια η -πιο μακροχρόνια φίλη-(longest friend). «Διαβάζεις ολόκληρα βιβλία περπατώντας, κρατάς σημειώσεις σαν να βρισκόσουν στο γραφείο σου». Μέσα από την πλοκή και την περιγραφή των διαφόρων χαρακτήρων που εμφανίζονται στο βιβλίο, διαγράφεται σιγά σιγά το προφίλ μιας κοινωνίας που λυγίζει κάτω από τους προσωπικούς περιορισμούς, τα στερεότυπα, την ανία, και πάνω από όλα από τον φόβο ενός καθρέφτη που θα τους κάνει να δουν ποιοι πραγματικά είναι. 

Το βιβλίο αποτελεί μια γροθιά στο στομάχι και μια λογοτεχνική αποκάλυψη τόσο για την πρωτοτυπία και την φρεσκάδα του αφηγηματικού λόγου της Anna Burns που καθηλώνει ολοκληρωτικά τον αναγνώστη όσο και για την πολιτική και κοινωνική ματιά που εμπεριέχεται σε αυτήν την αφήγηση, την οποία χαρακτηρίζει συγχρόνως η διεισδυτικότητα σε δύσκολα θέματα όπως αυτά της γυναικείας ταυτότητας, της κοινωνικής ένταξης και των πολιτικών και θρησκευτικών φρονημάτων αλλά και η ποιητική ματιά και ο χρωματισμός όλου του ψυχολογικού φάσματος των συναισθημάτων της ηρωίδας χωρίς αυτά να περιγράφονται όμως πουθενά! 

Τέλος, να παρατηρήσω ότι η αφήγηση σε πολλά σημεία κυλάει απόλυτα θεατρικά. Σκηνές ολόκληρες του βιβλίου μένουν στον αναγνώστη ως εικόνες κινούμενες, κινηματογραφικές. Οι γυναίκες ως «χορός» σώζουν τον «αληθινό γαλατά από τα χέρια των «εθνικιστών» (renouncers), δύο άντρες παλεύουν σιωπηλά στο παρασκήνιο καθώς η πλοκή συνεχίζεται, το αυτοκίνητο του «Γαλατά» κυλάει αθόρυβα στην άσφαλτο και ο ίδιος εμφανίζεται και εξαφανίζεται σαν μην υπήρχε ποτέ. 

Όμως ο «Γαλατάς» είναι ο πιο πραγματικός από όλους. Και θα υπάρχει ακόμα και όταν θα έχει για πάντα εξαφανιστεί. 

Να το διαβάσετε οπωσδήποτε.

«Ακόμα και τότε, παρόλο πια που στον ουρανό έβλεπα περισσότερα από τα τρία αποδεκτά ουράνια χρώματα ‒το γαλανό (του ουρανού της μέρας), το μαύρο (του ουρανού της νύχτας) και το άσπρο (σύννεφα)‒, ακόμα και τότε κράτησα το στόμα μου κλειστό. Και τώρα δεν το παραδέχονταν ούτε οι άλλοι στην τάξη ‒ όλοι τους μεγαλύτεροι από μένα, κάποιοι μάλιστα τριαντάρηδες και βάλε. Ήταν η σύμβαση: να μην παραδέχεται κανείς λεπτομέρειες, γιατί η παραδοχή τέτοιων λεπτομερειών θα σήμαινε επιλογή, και η επιλογή θα σήμαινε ευθύνη, και ευθύνη θα σήμαινε βάρος... Κι αν, τελικά, δεν μπορούσαμε να το σηκώσουμε αυτό το βάρος; Αν δεν καταφέρναμε να τα βγάλουμε πέρα με τις συνέπειες στην περίπτωση που θα βλέπαμε περισσότερα απ' όσα μπορούσαμε να κουμαντάρουμε; Ακόμα χειρότερα: τι θα κάναμε αν ήταν ωραίο, ό,τι κι αν ήταν αυτό, αν μας άρεσε, αν το συνηθίζαμε και το χαιρόμασταν, αν φτάναμε να το 'χουμε ανάγκη ‒ κι ύστερα το χάναμε ή μας το παίρνανε και δεν μας το ξαναδίνανε ποτέ; Καλύτερα να μην το δοκιμάσουμε καθόλου, αυτό ήταν το συναίσθημα που υπερίσχυσε, κι έτσι το γαλανό ήταν το χρώμα που θα είχε ο ουρανός μας»


Ο Γαλατάς -Anna Burns
μετάφραση Αγγελίδου Μαρία
εκδ Gutenberg

Milkman - Faber & Faber